Δεν διαβάζει γιατί είναι ερωτευμένος/η. Τι μπορούμε να κάνουμε; (α΄ μέρος)

Σε μια πρόσφατη συζήτηση που είχα με μια καθηγήτρια μαθηματικών, η οποία υπηρέτησε στην εκπαίδευση για 15 περίπου χρόνια, διηγείται:  «Ένας μαθητής μου στην Γ’ Λυκείου, ο οποίος ήταν καλός μαθητής, συνεπής, αλλά και καλό παιδί πάνω απ’ όλα, σταμάτησε να διαβάζει περίπου δύο μήνες πριν τις πανελλήνιες εξετάσεις. Επάνω στη συζήτηση, μου εκμυστηρεύτηκε πως ήταν ερωτευμένος και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί!».

Τα ερωτήματα που δημιουργούνται διαβάζοντας την παραπάνω περιγραφή είναι πολλά: Πώς λοιπόν μπορούν να αντιμετωπίσουν οι γονείς ένα τέτοιο φαινόμενο; Ειδικά σε σημαντικές τάξεις είναι απαραίτητο να μην δημιουργούνται κενά. Τι μπορούν να κάνουν έτσι ώστε ναι μεν να έχουν προσωπική ζωή οι έφηβοι, αλλά να είναι και συγκεντρωμένοι στον στόχο τους;

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η εφηβεία είναι μια μεταβατική φάση ζωής για τον έφηβο, μια φάση αλλαγής, η, διαφορετικά, μια αναπτυξιακή κρίση. Είναι το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή.

Η θεωρία του Erikson περιγράφει οκτώ ψυχοκοινωνικά στάδια του εξελικτικού κύκλου του ανθρώπου, από τη βρεφική ηλικία ως την ώριμη και γεροντική ηλικία.  Στην περίοδο της εφηβείας (12ο-20ό έτος), ο έφηβος καλείται να αντιμετωπίσει την αναπτυξιακή κρίση της ταυτότητας έναντι της διάχυσης/ σύγχυσης ρόλων. Η πρόκληση εστιάζεται στην απόκτηση μιας σταθερής αίσθησης προσωπικής ταυτότητας, όπου ο έφηβος επιδιώκει να αποκτήσει μια εικόνα για τον εαυτό του ως πρόσωπο, με εσωτερική ενότητα και διαχρονική σταθερότητα και προσπαθεί να απαντήσει σε θεμελιώδη ερωτήματα όπως «Ποιος είμαι;», «Που πηγαίνω» ή «Τι είναι σημαντικό για μένα στη ζωή;». Αν ο έφηβος κατορθώσει να συνενώσει, σε ένα ενιαίο όλο, όλες τις προηγούμενες εμπειρίες του και να δώσει την προοπτική της συνέχειας από το παρελθόν στην προετοιμασία για το μέλλον, θα αποκτήσει μία ικανοποιη­τική ταυτότητα, μια σαφή εικόνα του ποιος είναι, από πού προήλθε και πού κατευθύνεται. Αν όμως ο έφηβος, είτε λόγω κακών συγκυριών κατά τα προη­γούμενα στάδια είτε λόγω δυσχερών κοινωνικών συνθηκών, δεν κατορθώσει να διαμορφώσει μια σαφή εικόνα του Εγώ, καταλαμβάνεται από σύγχυση ρόλων και κρίση της ταυτότητας, γιατί έτσι δεν γνωρίζει ποιος είναι, από πού προήλθε και πού κατευθύνεται. Ιδιαίτερα η έννοια για την κρίση ταυτότητας κατά την εφηβική ηλικία έχει αποτελέσει σημαντική συμβολή στην ερμηνεία της προβληματικής συμπεριφοράς του εφήβου.

Οι βιοσωματικές και συναισθηματικές αλλαγές που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της εφηβείας, συνθέτουν μια αναπτυξιακή περίοδο σημαντική και δύσκολη τόσο για τους εφήβους όσο και για τους γονείς τους. Οι έφηβοι εμφανίζουν δύσκολες και ασταθείς συμπεριφορές, εκρήξεις θυμού και δυσχέρεια στην επικοινωνία τους με τους γονείς. Σε αυτή τη φάση, πραγματοποιείται η σεξουαλική τους αφύπνιση (ανάδυση), ενώ τα συναισθήματα που βιώνουν είναι έντονα και δυσκολεύονται να τα διαχειριστούν. Στην εφηβεία, οι γονείς νιώθουν αδύναμοι και αμήχανοι όταν μαθαίνουν για τις ερωτικές/ συντροφικές σχέσεις των εφήβων τους ή για το γεγονός ότι οι έφηβοι είναι ερωτευμένοι.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς:

  • Είναι πολύ σημαντικό οι γονείς να μην ταυτίζουν τα θέματα σχέσεων του παιδιού με θέματα σπουδών και να μην βάζουν σε τόσο ευαίσθητες ηλικίες και φάσεις ζωής αδιέξοδα τύπου: «Αν δεν χωρίσετε, θα σε σταματήσω από τα φροντιστήρια». Πιθανόν, όλο αυτό που συμβαίνει στην εφηβεία να είναι λειτουργικό και αποτελεσματικό για έναν έφηβο και κάτι να του δίνει. Η απομυθοποίηση είναι αυτή που θα βοηθήσει τον έφηβο να κατανοήσει ότι είναι φυσιολογικό να νιώθει έντονα συναισθήματα σε αυτή την ηλικία. Όταν αποφασίσει εκείνος μπορεί να αλλάξει τη στάση του. Όταν αρχίζει να τον δυσκολεύει αυτή η συμπεριφορά μπορούμε να το δούμε. Όταν αρχίζει να γίνεται δυσλειτουργική μπορεί να το δει και να το αλλάξει.
  • Θα βοηθήσει οι γονείς να δείξουν εμπιστοσύνη στο παιδί τους. Μπορούν να του πουν: «Εγώ σε εμπιστεύομαι και εμπιστεύομαι την κρίση σου και τον τρόπο που έχεις επιλέξει να διαχειριστείς το θέμα της σχέσης σου. Πάρε το χρόνο σου για να το σκεφτείς». Ξέρουμε ότι η εμπιστοσύνη ενθαρρύνει και χαρίζει αυτοεκτίμηση, καλλιεργεί εσωτερικά κίνητρα και αισιοδοξία. Η εμπιστοσύνη είναι όμως και ευθύνη. Σε εμπιστεύομαι σημαίνει σε θεωρώ υπεύθυνο. Και εσύ, ως αποδέκτης της εμπιστοσύνης που σου απευθύνω, αναλαμβάνεις πολύ σοβαρά τον ρόλο της εκπλήρωσης μιας άρρητης προσδοκίας. Όταν ο γονιός εμπιστεύεται το παιδί του, το μαθαίνει ότι οι άνθρωποι είναι καλοί, ο κόσμος είναι ασφαλής, ότι μπορεί να αλλάξει ό,τι δεν του αρέσει αν προσπαθήσει, του μαθαίνει να μη φοβάται και να μπορεί να έχει τον έλεγχο της ζωής του. Για να εμπιστευτείς τον άλλο, χρειάζεται να εμπιστεύεσαι καταρχήν τον εαυτό σου. Η εμπιστοσύνη είναι ένα δώρο που χαρίζεται με ανοιχτή την καρδιά, με ειλικρίνεια και γενναιοδωρία (Παππά, 2013, 2016α, 2016β).
  • Συμβαίνει συχνά, όταν οι γονείς συνειδητοποιούν ότι δεν έχουν τον πρώτο ρόλο στην καρδιά των εφήβων τους, να νιώθουν απογοήτευση. Είναι πιθανόν τότε να πραγματοποιείται η συναισθηματική αποκοπή από τα παιδιά τους και αυτό να τους δημιουργεί άγχος και πανικό. Η έναρξη του ενδιαφέροντος ενός εφήβου για συντροφικές/ ερωτικές σχέσεις σηματοδοτεί τον τελικό αποχωρισμό από τους γονείς του.
  • Ο έφηβος μέσα από τις συντροφικές/ ερωτικές σχέσεις ωριμάζει σεξουαλικά και γίνεται σεξουαλικά ενεργός, ενώ οι γονείς σεξουαλικά περιττοί. Οι γονείς αλλάζουν βαθμίδα και νιώθουν έντονη απώλεια σε αυτή τη φάση που τα παιδιά τους διανύουν την εφηβική τους ηλικία. Ο γονιός βιώνει την απώλεια της δικής του νεότητας (Hayman, 2016).
  • Οι γονείς καλό θα είναι να σέβονται την ιδιωτικότητα του εφήβου σε θέματα συντροφικών/ ερωτικών σχέσεων και να μην γίνονται ελεγκτικοί και παρεμβατικοί, καθώς κάτι τέτοιο απομακρύνει και δεν φέρνει πιο κοντά τους εφήβους. Ο ρόλος των γονέων είναι να βρίσκονται «δίπλα και όχι πάνω από τον έφηβο», να παραμένουν διαθέσιμοι όταν ο έφηβος θέλει να μιλήσει για την προσωπική του ζωή, χωρίς κριτική και κηρύγματα όταν θα επιλέξει να τους μιλήσει για όσα τον απασχολούν.
  • Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην επικοινωνία μεταξύ γονέων και εφήβων. Μια μορφή επικοινωνίας όμως που θα είναι αμφίδρομη, δηλαδή να ακούμε τόσο όσο μιλάμε και να ακολουθούμε τους κανόνες της καλής επικοινωνίας, οι οποίοι είναι: Η προσεκτι­κή ενεργητική και αντανακλαστική ακρόαση, ο διάλογος, η διαπραγματευτι­κή ικανότητα, η παράθεση επιχειρημάτων, αλλά και ο συμβιβασμός οδηγούν στην αποδοτική ανταπόκριση στα αιτήματα των εφήβων (Hayman, 2016. Μπρούμου, 2014α, 2014β, 2015).
  • Τέλος, οι γονείς μπορούν να προσεγγίσουν τους εφήβους, καθώς υπήρξαν έφηβοι και οι ίδιοι παλαιότερα. Οι σημερινοί έφηβοι μοιάζουν, αλλά και διαφέρουν από τους εφήβους του χθες. Θα ήταν πολύ ωφέλιμο για τους ίδιους και για τους εφήβους αν ανέτρεχαν στο παρελθόν και χρησιμοποιούσαν όλη τη λεπτομερή ανασκόπηση για να μάθουν τον έφηβο τους τώρα. Οι γονείς είναι οι ειδικοί για το δικό τους παιδί/ τα δικά τους παιδιά, αλλά είναι γεγονός ότι ως γονείς είμαστε υπερβολικά κοντά για να συνειδητοποιήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει, γιατί συμβαίνει και τι μπορούμε να κάνουμε για να προχωρήσουμε σε μερικές χρήσιμες αλλαγές. Η βασικότερη από τις αλλαγές που χρειάζεται να κάνουν ο γονείς στην εφηβεία είναι να συνειδητοποιήσουν ότι: Με ένα παιδί ο γονιός είναι καθοδηγητικός και προστατευτικός και το κέντρο τους κόσμου του. Με έναν έφηβο πρέπει να διαφοροποιήσουν τη στάση τους και να μάθουν να παίρνουν δεύτερη θέση σε σχέση με τους φίλους του και να αποσύρονται από τα συμβουλευτικά τους καθήκοντα.

Σύμφωνα με την Παππά (ό. α. στο Hayman, 2016): «Η εφηβεία είναι πρόκληση, αποτελεί ευκαιρία για αυτοβελτίωση και προσωπι­κή εξέλιξη και δεν είναι ασθένεια. Καταρχήν, οι γονείς χρειάζονται ενημέρωση. Να γνωρίσουν σε τι συνίσταται η εφηβεία, δηλαδή πώς εκδηλώνεται και ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της. Στη συνέχεια, χρειάζεται να συντονιστούν με την εποχή τους, με τα σύγχρονα δεδομένα που προσδιορίζουν τη ζωή των εφή­βων, να γνωρίσουν τα χαρακτηριστικά της δικής τους ιδιαίτερης κουλτούρας. Να μάθουν να ακούν, για να βοηθήσουν τους εφήβους και τους εαυτούς τους. Χρειάζεται να διαφοροποιηθούν, να αλλάξουν κι οι ίδιοι, ώστε να προσαρμο­στούν στα νέα δεδομένα. Γιατί όταν οι γονείς καταφέρουν να βοηθήσουν τους εφήβους ν’ ανοίξουν τα φτερά τους, θα μπορέσουν να πετάξουν και οι ίδιοι με σιγουριά και ασφάλεια και με την ικανοποίηση ότι τα κατάφεραν».

Βιβλιογραφικές παραπομπές

  • Hayman, S. (2016). Μεγαλώνοντας χαρούμενους εφήβους (μτφρ.-επιστ. επιμ.: Β. Παππά). Αθήνα: Βήτα.
  • Μπρούμου, Μ. (2014α). Αλλαγές στη Μορφή της Οικογένειας και Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων. Αθήνα: Bookstars.
  • Μπρούμου, Μ. (2014β). Η Ψυχολογία της Γονεϊκότητας. Αθήνα: Bookstars.
  • Μπρούμου, Μ. (2015). Θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας: Εγχειρίδιο για γονείς. Αθήνα: Bookstars.
  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων. Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
  • Παππά, Β. (2016α). Γονείς σε κρίση. Η διαχείριση της απώλειας και της αλλαγής. Αθήνα: Οκτώ.
  • Παππά, Β. (2016β). Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα Γονικής Ταυτότητας (EPPI). Αθήνα.

www. efiveia.gr

 

Περισσοτερα

Πώς να αποκτήσει εμπιστοσύνη στον εαυτό του στην εφηβική ηλικία

Η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, είναι πολύ σημαντική για τη συναισθηματική μας ισορροπία και καλό είναι να προσπαθούμε να τη διδάξουμε στα παιδιά μας από την κούνια τους ακόμα. Τι σημαίνει όμως έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου; Εννοούμε «τη σιγουριά και την ασφάλεια που μου δίνει ο χαρακτήρας, η ικανότητα, η καλή πίστη, η διακριτικότητα … κάποιου», ο οποίος μπορεί να είμαι κι «εγώ ο ίδιος». Η εμπιστοσύνη έχει δύο όψεις: την εμπιστοσύνη στον εαυτό μας και την εμπιστοσύνη στους άλλους. Εμείς οι γονείς οφείλουμε να καλλιεργήσουμε και τις δυο πτυχές στα παιδιά μας, αφού δύσκολα θα μπορέσουν να αποκτήσουν εμπιστοσύνη απέναντι στους άλλους αν δεν νιώθουν αρκετή για τον εαυτό τους.

Σύμφωνα με τον Erikson (1963, ό. α. Παππά, 2013), τον πρώτο χρόνο της ζωής τους τα βρέφη διανύουν το στάδιο της βασικής εμπιστοσύνης ή της δυσπιστίας: Αν οι ενήλικοι που τα φροντίζουν επιδεικνύουν διαθεσιμότητα και ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους, τα βρέφη μαθαίνουν ότι ο κόσμος είναι φιλόξενος και ασφαλής, μαθαίνουν να εμπιστεύονται. Αντιθέτως, αν μεγαλώνουν με ενήλικες που δεν τους παρέχουν διαθεσιμότητα, μαθαίνουν ότι ο κόσμος είναι απρόβλεπτος, αφιλόξενος, απειλητικός. Αν μπορούμε να φανταστούμε την εμπιστοσύνη σαν ένα οικοδόμημα,  τότε τα θεμέλιά της μπαίνουν κατά τη βρεφική ηλικία.

Στη συνέχεια, κατά τη νηπιακή ηλικία, η εμπιστοσύνη εμπλουτίζεται, διευρύνεται, βαθαίνει. Όσο πιο πολύ ο γονιός γνωρίζει το παιδί του, τόσο πιο πολύ το εμπιστεύεται. Και αντιστρόφως, όσο πιο πολύ το παιδί γνωρίζει τον γονιό του, τόσο πιο πολύ τον εμπιστεύεται. Παράλληλα, όμως, αρχίζει να διεκδικεί το δικαίωμα στην αυτονόμηση και την αυτοδιάθεση, ένα δικαίωμα που δύσκολα αναγνωρίζεται από τον γονιό, με αποτέλεσμα συχνά να πλήττεται η εμπιστοσύνη που έχει αναπτυχθεί μεταξύ τους (Παππά, 2016α).

Είναι πολύ σημαντικό για έναν γονιό να μπορεί να λέει στο παιδί του «σε εμπιστεύομαι» και να το αποδεικνύει εμπράκτως. Συχνά οι γονείς ακόμα κι όταν νιώθουν την εμπιστοσύνη δυσκολεύονται να την αρθρώσουν και να την λεκτικοποιήσουν. Αργότερα, κατά τη σχολική ηλικία, πολλές φορές, καθώς συζητούν με το παιδί και στην προσπάθειά τους να το προστατεύσουν από πιθανές απογοητεύσεις, το νουθετούν να μην εμπιστεύεται εύκολα τους άλλους, μικρούς και μεγάλους, ακόμα και τους φίλους του. Το παιδί μπερδεύεται: τι πρέπει να κάνει; Να εμπιστεύεται ή να μην εμπιστεύεται τελικά;

Στην εφηβεία, περίοδος κατά την οποία οι σχέσεις τίθενται υπό νέα διαπραγμάτευση και το παιδί ως έφηβος διεκδικεί πολύ πιο δυναμικά το δικαίωμα στην αυτονομία δοκιμάζοντας τόσο τα δικά του όρια όσο και των γονιών του, ακούει τους γονείς να του λένε συνήθως «δε σε εμπιστεύομαι» ή «έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη μου» και συνεχίζουν: «Θα πρέπει να ξανακερδίσεις τη χαμένη μου εμπιστοσύνη και να μου αποδείξεις ότι μπορώ να σε εμπιστευτώ ξανά». Με τον τρόπο αυτό, γονείς και έφηβοι μπαίνουν σε έναν φαύλο κύκλο δυσπιστίας, έναν φαύλο κύκλο που σπάει δύσκολα (Hayman, 2016).

Πως μπορούμε όμως να βοηθήσουμε το παιδί να αποκτήσει εμπιστοσύνη στον εαυτό του στην εφηβεία; Για να αποκτήσουν τα παιδιά μας εμπιστοσύνη στον εαυτό τους πρέπει:

ΝΑ ΝΙΩΘΟΥΝ ΣΙΓΟΥΡΙΑ

  • Τα μαθαίνουμε τι είναι καλό και κακό γι’ αυτά.
  • Τα διδάσκουμε λογικούς κανόνες που θα τα καθοδηγούν.
  • Τα μαθαίνουμε ποια είναι τα όρια που πρέπει να τηρούν στη συμπεριφορά τους.
  • Τους προσφέρουμε κριτήρια συμπεριφοράς, κοινά στον πατέρα και τη μητέρα.
  • Ενθαρρύνουμε συνήθειες που έχουν εφαρμοστεί και εκτιμηθεί μέσα στην οικογένεια.
  • Τα μαθαίνουμε να βλέπουν θετικά ό,τι συμβαίνει στη ζωή τους.

ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΟΝΤΑΙ ΙΚΑΝΑ

  • Τους παρέχουμε ικανοποιητικούς στόχους.
  • Επαινούμε και δίνουμε έμφαση στις επιτυχίες που έχουν στη ζωή τους
  • Προσπαθούμε να τα μάθουμε ότι κι εμείς οι μεγάλοι χάνουμε καμιά φορά τον στόχο μας.
  • Τα βοηθάμε να βάλουν στόχους.
  • Επεξεργαζόμαστε στρατηγικές για την πραγματοποίηση τους.

ΝΑ ΑΙΣΘΑΝΟΝΤΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ

  • Να πιστεύουν ότι μπορούν να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους.
  • Να μπορούν να διαθέσουν ό,τι χρειάζεται για να φτάσουν στον στόχο τους.
  • Να μάθουν να παίρνουν αποφάσεις (κι εμείς να τα αφήνουμε να το κάνουν!)
  • Να μάθουν να λύνουν προβλήματα.
  • Να συνειδητοποιούν πότε βρίσκονται σε δύσκολη θέση και να κρατούν την ψυχραιμία τους.

ΝΑ ΝΙΩΘΟΥΝ ΞΕΧΩΡΙΣΤΑ

  • Να μάθουν ότι μπορούν να κάνουν πράγματα που οι άλλοι δεν κάνουν.
  • Να πιστέψουν ότι οι άλλοι τα θεωρούν σημαντικά.
  • Να είναι ικανά να εκφράζονται με ειλικρίνεια.
  • Να χαίρονται που ο κόσμος έχει ποικιλία.
  • Ν’ αναπτύσσουν ικανότητες που όλοι θεωρούν ξεχωριστές.
  • Να έχουν πρωτότυπες ασχολίες.

ΝΑ ΝΙΩΘΟΥΝ ΟΤΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΑ

  • Να νιώθουν ότι τα αγαπούν γι’ αυτό που είναι.
  • Να τους αποδείξουμε ότι τους αφιερώνουμε χρόνο και τον μοιραζόμαστε μαζί τους με χαρά.
  • Να κάνουν παρέα με συνομήλικα τους άτομα.
  • Να μπορούν να ταυτιστούν με συγκεκριμένες ομάδες.
  • Να ακολουθούν σε λογικά πλαίσια ορισμένους γενικούς κανόνες.
  • Να νιώθουν περήφανα που ανήκουν σε μια ομάδα.

ΤΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΕΜΕ ΟΥΤΕ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΕ

  • Δοκίμασε αν θέλεις, αλλά σε προειδοποιώ ότι δεν θα τα καταφέρεις.
  • Είσαι σκέτη καταστροφή, δεν κάνεις τίποτα σωστά, Γιαννάκη.
  • Θα την πατήσεις, όπως πάντα.
  • Μην μπαίνεις στον κόπο, σίγουρα θα τα κάνεις θάλασσα.
  • Δεν μπορεί να σου έχει κανένας εμπιστοσύνη εσένα.
  • Δεν αξίζεις τίποτα, κορίτσι μου.
  • Εγώ το ήξερα ότι θα τα κάνεις θάλασσα. Ποτέ σου δεν θα φτιάξεις.
  • Πώς μπόρεσα να σ’ εμπιστευτώ; Πότε θα μάθω, επιτέλους;
  • Τι γκαντέμης που είσαι, βρε παιδί μου!

ΕΠΙΣΗΣ, ΔΕΝ ΛΕΜΕ ΟΥΤΕ ΓΙ’ ΑΣΤΕΙΟ…

  • Μην έχεις εμπιστοσύνη σε κανέναν. Το μόνο που θέλουν είναι να σε πιάσουν κορόιδο.
  • Αν είσαι καχύποπτος, όλα θα σου πάνε καλά.
  • Να προσέχεις τον εαυτό σου, γιατί οι άλλοι θ’ αδιαφορήσουν για σένα.
  • Μόνο προδοσία να περιμένεις απ’ τους ανθρώπους.
  • Να εξαπατάς εσύ προτού σε εξαπατήσουν.
  • Μην εμπιστεύεσαι… ούτε τον ίδιο σου τον πατέρα.

Γιατί όμως είναι τόσο σημαντικό να έχουμε εμπιστοσύνη; Το άτομο που έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στους άλλους: είναι πιο ήρεμο, έχει καλύτερες σχέσεις με τους άλλους, του αρέσει η ομαδική δουλειά, είναι ικανό να αναλάβει δύσκολα έργα, επιστρατεύει όλες του τις ικανότητες μπροστά στις δυσκολίες, θεωρεί ότι οι αποτυχίες μπορούν να ξεπεραστούν και να μας καθοδηγήσουν. Όταν ο γονιός εμπιστεύεται το παιδί του, το μαθαίνει ότι οι άνθρωποι είναι καλοί, ο κόσμος είναι ασφαλής, ότι μπορεί να αλλάξει ό,τι δεν του αρέσει αν προσπαθήσει, του μαθαίνει να μη φοβάται και να μπορεί να έχει τον έλεγχο της ζωής του.

Για να εμπιστευτείς τον άλλο, χρειάζεται να εμπιστεύεσαι καταρχήν τον εαυτό σου. Η εμπιστοσύνη είναι ένα δώρο που χαρίζεται από τους γονείς προς τα παιδιά τους με ανοιχτή την καρδιά, με ειλικρίνεια και γενναιοδωρία.

Βιβλιογραφικές παραπομπές

  • Hayman, S. (2016). Μεγαλώνοντας χαρούμενους εφήβους (μτφρ.-επιστ. επιμ.: Β. Παππά). Αθήνα: Βήτα.
  • Μπρούμου, Μ. (2014). Αλλαγές στη Μορφή της Οικογένειας και Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων. Αθήνα: Bookstars.
  • Μπρούμου, Μ. (2014). Η Ψυχολογία της Γονεϊκότητας. Αθήνα: Bookstars.
  • Μπρούμου, Μ. (2015). Θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας: Εγχειρίδιο για γονείς. Αθήνα: Bookstars.
  • Παππά, Β. (2008). Γονείς, παιδιά και ΜΜΕ. Ένας οδηγός γονικής συμπεριφοράς. Αθήνα: Καστανιώτης.
  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων. Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
  • Παππά, Β. (2016α). Γονείς σε κρίση. Η διαχείριση της απώλειας και της αλλαγής. Αθήνα: Οκτώ.
  • Παππά, Β. (2016β). Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα Γονικής Ταυτότητας (EPPI). Αθήνα.
  • Pujol i Pons, E., & González, I. L. (2003). Μάθετε στα παιδιά σας 20 αξίες της ζωής: Βασικό εγχειρίδιο για τους γονείς, για τους εκπαιδευτικούς, για όλους… μετάφρ: Β. Χωρεάνθη. Αθήνα: Άγκυρα.

www. efiveia.gr

 

Περισσοτερα

Σχολές γονέων-χτίζοντας το χαρακτήρα του παιδιού (γ΄ μέρος)

ΠΡΟΣΦΟΡΑ

Γα παιδιά θέλουν να προσφέρουν τη βοήθειά τους. Ένας τρόπος για να τo κάνουν εί­ναι να μοιραστούν τις γνώσεις και τις δεξιότητες τους με εκείνους που το έχουν ανάγκη. Για πολλά παιδιά η προσφορά βοήθειας είναι από μόνη της ενισχυτική, γιατί αυξάνει την αυτοεκτίμησή τους. Άλλα παιδιά χρειάζονται τη θετική ενίσχυση του επαίνου και της ευγνωμοσύνης. Προσοχή όμως. Υπάρχουν παιδιά που δεν τους είναι εύκολο να δεχθούν τη βοήθεια ενός συνομηλίκου τους. Ο λόγος είναι ότι αισθάνονται ανασφάλεια και δεν έχουν την απαραίτητη αυτοπεποίθηση ώστε να παραδεχθούν ότι υστε­ρούν και άρα χρειάζονται βοήθεια.

ΔΙΚΑΙΟ

Η ουσία της δικαιοσύνης και της εντιμότητας είναι να φέρεσαι στους άλλους όπως θα ήθελες να φέρονται σε σένα. Αυτά τα δύο γνωρίσματα ξεκινούν από το παι­χνίδι των παιδιών. Το να μάθει το παιδί να περιμένει τη σειρά του, το να ακολουθεί τους κανόνες του παιχνιδιού, το να μοιρά­ζεται ρόλους κ.λπ. μέσα σε ομαδικές δραστηριότητες είναι εμπει­ρίες που προάγουν την κοινωνική και συναισθηματική του ανά­πτυξη. Η ενίσχυση της αποδεκτής συμπεριφοράς σε καταστάσεις όπου απαιτούνται εντιμότητα και δικαιοσύνη δημιουργεί εμπει­ρίες που θα βοηθήσουν αργότερα το παιδί να αντιμετωπίσει τις αναπόφευκτες κοινωνικές προκλήσεις.

ΜΟΙΡΑΣΜΑ

Μια από τις κορυφαίες πράξεις ευγένειας είναι το να μπορούμε να μοιραζόμαστε κά­τι με τους άλλους. Τα παιδιά συχνά δυσκολεύονται σ’ αυτό. Δεν μπορούν να μοιραστούν εύκολα με ένα άλλο παιδί κάτι που τα ευχαριστεί και που αγαπούν. Το μοίρασμα ωστόσο είναι η κα­λύτερη ευκαιρία για να αποκτήσει φίλους ένα παιδί. Όταν μοι­ραζόμαστε την εμπειρία με ένα φίλο, η ευχαρίστηση που νιώ­θουμε είναι διπλή. Όλοι μπορούμε να φέρουμε στη μνήμη μας περιστατικά όπου μοιραστήκαμε κάτι με φίλους και να θυμηθούμε πόσο πιο έντονα ήταν τα συναισθήματα που νιώσαμε τότε. Όλοι επίσης μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι το μοίρασμα είναι ενισχυτικό και γι’ αυτόν που δίνει αλλά και γι’ αυτόν που δέχεται.

ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ

Η ομαδική προσπάθεια αποτελεί μια μο­ναδική εμπειρία αλλά και ένα βήμα του παιδιού προς την ωριμότητα. Τα παιδιά μαθαίνουν να αλληλε­πιδρούν παρατηρώντας πώς τους φέρονται οι άλλοι στα δικά τους περιβάλλοντα. Από τη συνεργασία του με άλλα παιδιά για έναν κοινό σκοπό το παιδί μαθαίνει να χαίρεται τους άλλους για τις ικανότητές τους και για τη συμβολή τους στην ομάδα. Η συ­ναναστροφή με άλλους και οι σχέσεις μαζί τους εμπλουτίζουν τις εμπειρίες του και το γεμίζουν αυτοπεποίθηση.

ΧΙΟΥΜΟΡ

Γελάστε και διασκεδάστε με τα παιδιά σας όσο πιο πολύ κι όσο πιο συχνά μπορείτε. Δεν είναι μόνο ευχάριστο για όλους σας. Είναι επίσης πολύ υγιεινό και δί­νει ευεξία! Τα παιδιά μπορούν να γίνουν πολύ αστεία και να κά­νουν πολύ διασκεδαστικά πράγματα. Αναγνωρίστε το, θα σας φέρει ακόμα πιο κοντά τους. Παίξτε μαζί τους, φτιάξτε μαριο­νέτες, χορέψτε και τραγουδήστε μ’ αυτές. Προπάντων σιγου­ρευτείτε πως κάθε φορά που βρίσκεστε με τα παιδιά σας η ατμό­σφαιρα είναι ευχάριστη και όλοι παίρνουν μέρος στο πανηγύ­ρι. Το χιούμορ είναι ένα εξαιρετικό χάρισμα. Και μην ξεχνάτε ότι αυτοί που έχουν χιούμορ είναι συνήθως άτομα με υψηλή νοη­μοσύνη [(Ζαφειροπούλου, Μ., & Ψύλλου, Ρ. (2006). Έλα να χτίσουμε μαζί το χαρακτήρα σου. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα].

Ας μην ξεχνάμε ότι διδάσκοντας στα παιδιά μας τις βασικές αξίες της ζωής τα βοηθάμε να αναπτύξουν γνωρίσματα και συμπεριφο­ρές ενός έντιμου, δυναμικού και συναισθηματικά ακέραιου χαρακτήρα που θα τους επιτρέψει να αντι­μετωπίζουν τις μικρές και μεγάλες προκλήσεις της ζωής με δύναμη και ωριμότητα.

Περισσοτερα

Σχολές γονέων-χτίζοντας το χαρακτήρα του παιδιού (β΄ μέρος)

Μικρές ιδέες για μεγάλους στόχους

Παρακάτω θα αναφερθούμε σε κάποιες από τις πιο μεγάλες κοινωνικές και συναισθηματικές προκλήσεις που το παιδί καλεί­ται να αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια της αναπτυξιακής του πο­ρείας.

ΦΙΛΙΑ     

Τα παιδιά μπορούν να γίνουν οι καλύτεροι φί­λοι. Η εμπειρία της ειλικρινούς φιλίας στην παι­δική ηλικία βάζει τα θεμέλια για επιτυχημένες σχέσεις και για κοινωνική ανάπτυξη στην πορεία προς την ωριμότητα. Τα νε­αρά παιδιά γρήγορα ανακαλύπτουν ότι η φιλία είναι και δια­σκέδαση και πρόκληση μαζί. Οι αλληλεπιδράσεις με τους φί­λους φέρνουν το παιδί αντιμέτωπο με διαφωνίες και άλλες κοι­νωνικές δοκιμασίες. Οι κοινωνικές επαφές τού δίνουν την ευ­καιρία να αναπτύξει και να δείξει ενσυναίσθηση, κατανόηση, υποχωρητικότητα και όποιες άλλες δεξιότητες απαιτούν οι φι­λικές σχέσεις.

ΕΥΓΕΝΕΙΑ

Η ευγένεια είναι ένα εξαίρετο χάρισμα. Απαιτεί ενσυναίσθηση, δηλαδή την ικανότητα να μπαί­νουμε στη θέση του άλλου και να καταλαβαίνουμε πώς αισθά­νεται. Απαιτεί επίσης προθυμία να κάνουμε κάτι για να διευκο­λύνουμε τη ζωή του συνανθρώπου μας. Οι ευγενικές πράξεις δε λησμονούνται εύκολα (και όπως έχει πει η Μάγια Αγγέλου: «Οι άνθρωποι μπορεί να μη θυμούνται τι έκανες ή τι τους είπες, αλλά πάντα θα θυμούνται πώς τους έκανες να αισθανθούν»). Τα καλύτερα μαθήματα ευγένειας προς τα παιδιά λοιπόν τα δίνουμε όταν εμείς οι ίδιοι τους συμπεριφερό­μαστε με ευγένεια.

ΥΠΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑ

Το να μάθει το παιδί να είναι υπεύθυνο είναι θετικό όχι μόνο για την ατομική του ασφάλεια αλλά και για τη γνώμη που οι άλλοι θα σχηματίσουν γι’ αυτό. Τα παιδιά μαθαίνουν να είναι υπεύθυνα παρατηρώντας άλλους να αναλαμβάνουν και αναλαμβάνοντας και τα ίδια κάποιες ευθύνες, διδάσκονται δηλαδή με την πρα­κτική άσκηση. Από τη φύση τους τα παιδιά θέλουν να γίνονται αρεστά και να αναγνωρίζονται οι ικανότητές τους. Όταν λοιπόν τους δώσουμε την ευκαιρία να αναλάβουν κάποια ευθύνη, η αναγνώριση των ικανοτήτων τους θα τα κάνει να νιώσουν πε­ρήφανα και θα τους ενισχύσει την καλή αυτή συνήθεια.

ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ

Η ειλικρίνεια μαθαίνεται από πολύ μικρή ηλικία. Συζητώντας τακτικά με το παιδί για τις επιλογές που χρειάζεται να κάνει και για τις επιπτώσεις των πράξεών του ενισχύουμε στη συνείδηση του την αξία της ειλι­κρίνειας. Καλό είναι να ενθαρρύνετε το παιδί σας να μιλά για την αλήθεια και την ειλικρίνεια, γιατί έτσι αποκτά επίγνωση της σπουδαιότητας αυτού του χαρακτηριστικού.

ΑΥΤΟΠΕΠΟΙΘΗΣΗ

Οι ευκαιρίες που δίνονται στο παιδί να αναπτύξει την αυτοπεποίθησή του είναι σημαντικές γιατί το βοηθούν να καταλάβει τις δυνατότητες του και να επιδιώκει να τις δοκιμάζει. Τα περισσό­τερα παιδιά χρειάζονται ενθάρρυνση για να προσπαθήσουν πά­λι μετά από μια αποτυχία τους. Για να μπορεί στην ενήλικη ζωή του να αναζητά με ευχαρίστηση νέες εμπειρίες, το παιδί πρέπει να έχει από νωρίς αποκτήσει εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Ενθαρρύνετέ το και καμαρώστε το όταν προσπαθεί, έστω κι αν κά­ποιες φορές αποτυγχάνει!

ΣΕΒΑΣΜΟΣ

Ο σεβασμός και η αποδοχή των άλλων αποτελούν τη βάση της κοινωνικής ωριμό­τητας. Η επίγνωση των ομοιοτήτων και των διαφορών μεταξύ των ανθρώπων είναι μια από τις πρώτες εμπειρίες του παιδιού στην πορεία του προς την κοινωνική ωριμότητα. Συχνά τα παι­διά φοβούνται τους ανθρώπους για τους οποίους δεν είναι σί­γουρα. Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να μάθουν να βλέπουν πέ­ρα από την εμφάνιση, έτσι ώστε να αρχίσουν να καταλαβαίνουν τον εαυτό τους σε σχέση με τους άλλους. Δίνοντας στο παιδί την ευκαιρία να καταλάβει τι σημαίνει «διαφορετικότητα» και πώς αυτή κάνει τους ανθρώπους μοναδικούς και ενδιαφέροντες, του μαθαίνουμε να εκτιμά και να σέβεται τους άλλους από νεαρή ηλι­κία. Ο σεβασμός στις ατομικές διαφορές, στον προσωπικό χώρο, στις ιδέες και τα συναισθήματα των άλλων του μαθαίνει να εκτι­μά τους ανθρώπους, να αποκτά φιλίες και να συνεργάζεται.

 

Περισσοτερα

Σχολές γονέων-χτίζοντας το χαρακτήρα του παιδιού (α΄ μέρος)

Στο παρελθόν οι κοινωνίες εκτιμούσαν ιδιαίτερα τον άνθρω­πο με «χαρακτήρα» (η λέξη «χαρακτήρ» είναι ελληνική και σημαίνει «το χαραγμένο ανεξίτηλα ή σφραγισμένο αποτύπωμα ή σημάδι»). Αυτό σήμαινε έναν άνθρωπο που έχει αρ­χές, ιδανικά και «καρδιά», που πιστεύει σ’ ένα σύστημα σταθε­ρών αξιών και που είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να το υπε­ρασπιστεί με κάθε κόστος. Δυστυχώς, οι σύγχρονες κοινωνίες έχουν κάνει μια στροφή από το «χαρακτήρα» στην επίδοση και την επίτευξη. Σήμερα δεν ενδιαφέρει τόσο το «ποιος είσαι», όσο το «τι κάνεις». Αυτή η αλλαγή προσανατολι­σμού δεν αφήνει περιθώρια για την εκδήλωση συναισθημάτων, ούτε φυσικά για την εκδήλωση κατανόησης και συμπόνιας. Στον αγώνα για επίδοση, σημασία έχει μόνο το πόσο επιτυχημένος είναι κανείς. Οι σημερινοί νέοι βρίσκονται μπροστά σε ένα με­γάλο δίλημμα καθώς καλούνται να επιλέξουν μεταξύ του «χα­ρακτήρα» και της «επίτευξης». Οι προσταγές της σύγχρονης κοι­νωνίας ωθούν τους περισσότερους να κυνηγήσουν την επίτευ­ξη. Από εκεί και πέρα η αλλαγή στην ηθική και στις αξίες επέρ­χεται σχεδόν αυτόματα, ενώ παράλληλα εξοστρακίζονται από τη σκέψη και την οπτική κάποια από τα πολυτιμότερα πράγματα για την ατομική και κοινωνική ευημερία.

Όπως είναι γνωστό, «μαγικές συνταγές» διαπαιδαγώγησης δεν υπάρχουν. Για να μάθουν τα παιδιά να εί­ναι ειλικρινή, δίκαια, υπεύθυνα, ευγενικά, για να μάθουν να αντι­μετωπίζουν με εντιμότητα και σεβασμό τον κοινωνικό τους πε­ρίγυρο, δε χρειάζεται ούτε να αποστηθίζουν κανόνες καλής συ­μπεριφοράς ούτε να τιμωρούνται παραδειγματικά για να συ­μπεριφερθούν με τον κατάλληλο τρόπο. Εκείνο που είναι απα­ραίτητο είναι πρωτίστως οι ίδιοι οι γονείς να εκφράζονται και να λειτουργούν με τις συμπεριφορές που θέλουν να δείξουν στα παιδιά τους, και συγχρόνως να είναι κι αυτοί έτοιμοι για τη δι­κή τους προσωπική ανάπτυξη παράλληλα με την εξέλιξη των παι­διών τους.

Μερικές χρήσιμες συμβουλές για τους γονείς

Αυτό πρακτικά σημαίνει να βρίσκετε τις κατάλληλες ευκαιρίες ώστε:

  1. Να ενισχύετε την επίγνωση του παιδιού σας για τις ηθικές του υποχρεώσεις και τη σπουδαιότητα των επιλογών που πρέπει να κάνει (ηθική συνείδηση).
  2. Να καλλιεργείτε την επιθυμία του να κάνει το σωστό (αφο­σίωση στο ήθος).
  3. Να ενδυναμώνετε την ικανότητά του να προβλέπει ενδεχό­μενες συνέπειες, να σκέπτεται εναλλακτικές λύσεις και να παίρνει αποφάσεις βασιζόμενο σε συγκεκριμένες αρχές (ηθι­κή επάρκεια).

Συνέπεια – Να. είστε συνεπείς

Τα μηνύματα που στέλνετε στα παιδιά σας πρέπει να είναι σα­φή, συνεπή και σταθερά. Τα παιδιά κρίνουν τις αξίες και τις αρ­χές σας όχι από αυτά που λέτε αλλά από αυτά που κάνετε και από αυτά που επιτρέπετε στα ίδια να κάνουν. Σας κρίνουν όχι από τις καλύτερες στιγμές σας αλλά από τις χειρότερες. Η εμπι­στοσύνη, ο σεβασμός, η υπευθυνότητα, το ενδιαφέρον και η φροντίδα για τους άλλους είναι θεμέλιοι λίθοι για τη διαμόρφω­ση του χαρακτήρα. Γι’ αυτό και πρέπει να υπηρετείτε τις συγκε­κριμένες αξίες με συνέπεια και επιμονή, ώστε εσείς οι ίδιοι να γίνετε για τα παιδιά σας το πρότυπο που θα μιμηθούν. Μην ξεχνάτε ότι δίνετε τα πιο καλά μαθήματα περί «καλού χαρακτήρα» όταν κάνετε δύσκολες (αλλά σωστές) επιλογές, επιλογές που μπορεί να έχουν «κόστος».

Θυμηθείτε επίσης ότι όταν ενεργείτε κάτω από πίεση, όταν εί­σαστε κουρασμένοι, όταν ο χρόνος σάς πιέζει, μπαίνετε πιο εύ­κολα στον πειρασμό να κάνετε παραχωρήσεις που θα βλάψουν το σκοπό σας.

Σαφήνεια – Να. είστε σαφείς

Τα μηνύματα που δίνετε στα παιδιά σας για καλή συμπεριφο­ρά πρέπει να είναι κατανοητά, άμεσα και συγκεκριμένα. Η δι­δασκαλία για το «χαρακτήρα» και το ήθος δεν είναι ακαδημαϊ­κή διάλεξη. Πρέπει να έχει νόημα για το παιδί. Με άλλα λόγια, το παιδί πρέπει να καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται. Αυτό που κα­λείται να κάνει πρέπει να είναι σχετικό με τη ζωή και τις εμπει­ρίες του. Όταν λοιπόν αναφέρεστε στο «χαρακτήρα» του και στις επιλογές του, χρησιμοποιήστε παραδείγματα από τα δικά σας βιώματα. Σχολιάστε και αξιοποιήστε αυτά που έχουν συμβεί στη ζωή του, πράγματα που έχουν κάνει είτε οι φίλοι του είτε οι δά­σκαλοι του.

Δημιουργικότητα – Να. είστε δημιουργικοί

Η διαδικασία διαμόρφωσης του «χαρακτήρα» πρέπει να έχει δη­μιουργικά στοιχεία. Το παιδί πρέπει να αναλαμβάνει δραστη­ριότητες και να παίρνει αποφάσεις που να έχουν πραγματικές συνέπειες. Για παράδειγμα, αν θέλετε να του διδάξετε την υπευ­θυνότητα, μπορείτε να του δώσετε να διαχειρίζεται ένα χρημα­τικό ποσό για συγκεκριμένο σκοπό ή να του αναθέσετε τη φρο­ντίδα ενός κατοικίδιου [(Ζαφειροπούλου, Μ., & Ψύλλου, Ρ. (2006). Έλα να χτίσουμε μαζί το χαρακτήρα σου. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα].

Περισσοτερα

Σχολές γονέων- Προστατεύοντας την ψυχική υγεία των γονιών (β΄ μέρος)

Στα πλαίσια της ενδυνάμωσης της προσωπικότητας των γονιών και της προσωπικής τους ανάπτυξης, παραθέτουμε τρόπους καλλιέργειας των ηθικών αξιών προκειμένου να κτίσουν έναν έντιμο, δυναμικό και συναισθηματικά ακέραιο χαρακτήρα, αποτελώντας μακροπρόθεσμα ένα θετικό μοντέλο ταύτισης για τα παιδιά τους:

  1. Να καλλιεργούν την ικανότητα για κατασκευή εσωτερικών εικόνων, τόσο τη δική τους όσο και των παιδιών τους (μέσα από την αφήγηση ιστοριών, το παιχνίδι προσποίη­σης, το παιχνίδι ρόλων, το φανταστικό παιχνίδι). Είναι αλήθεια ότι τα παιδιά σήμερα γίνονται αποδέκτες αμέτρητων εικόνων, που προβάλλονται με καταιγιστικό ρυθμό μέσα από την οθόνη. Το ερώτημα που δημιουργείται είναι αν με αυτόν το βομβαρδισμό ε­ξωτερικών εικόνων μπορούν να κατασκευάσουν τις δικές τους εσωτερικές εικόνες. Τι είναι όμως οι εικόνες; Συνήθως, όταν ακούμε τη λέξη «εικόνα», σκεφτόμαστε μία οπτική ανα­παράσταση, αλλά οι εικόνες μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Είναι ένα «νοητικό πρότυπο», το οποίο δεν αναφέρεται απλώς σε οπτικές εικόνες, αλλά και σε ηχητικές εικόνες, καθώς και σε κάθε είδους νοητι­κές εικόνες.

Οι εικόνες αναπαριστούν διαδικασίες όλων των ειδών, συ­γκεκριμένες και αφηρημένες. Η κατασκευή εικόνων παίζει ση­μαντικό ρόλο στην καλή λειτουργία του εγκεφάλου. Οι εικόνες δίνουν ένα «χαλί» σκέψης και συναισθήματος που μας καθιστά ικανούς να ενσωματώσουμε στη γνώση μας νέες εμπειρίες. Οι νοητικές μας εικόνες μάς παρέχουν μία παρόρμηση για δράση. Επηρεάζουν και τις συμπεριφορές και τις αποφάσεις μας. Δί­χως αυτές είμαστε λιγότερο ικανοί και λιγότερο δημιουργικοί. Η κατασκευή εικόνων παρέχει πρόσβαση στις συμβολικές λει­τουργίες του εγκεφάλου μας. Σκεφτόμαστε με συγκεκριμένους όρους και σκεφτόμαστε αφηρημένα. Η εικόνα είναι μία αφαί­ρεση. Δεν είναι κάτι που μπορούμε να γευτούμε ή να κρατή­σουμε. Οι άνθρωποι με μεγάλες δυνατότητες κατασκευής εικό­νων, όπως οι ποιητές, οι μαθηματικοί και οι μουσικοί, είναι οι άνθρωποι που νιώθουν οικεία με την αφηρημένη σκέψη. Για παράδειγμα, οι όμορφες εικόνες σε μια κινηματογραφική ταινία μπορούν να εμπνεύσουν και να προ­καλέσουν θετική αυτοέκφραση, όταν τα παιδιά αφήσουν τα η­λεκτρονικά παιχνίδια, που τα καθηλώνουν σε στατικότητα και τα καταδικάζουν σε ψυχική και πνευματική φτώχεια.

Η κρίσιμη περίοδος για αυτή την ανάπτυξη είναι η νηπια­κή και η πρώτη παιδική ηλικία. Τα ανθρώπινα όντα μαθαίνουν να κατασκευάζουν εσωτερικές εικόνες ουσιαστικά με δύο τρό­πους: ακούγοντας τη γλώσσα και ενασκούμενα μέσω του παι­χνιδιού (π.χ., ό­ταν το παιδί ακούει μια ιστορία χωρίς να βλέπει εικόνες, ο ε­γκέφαλος ασκείται. Το παιδί επινοεί νοητικές εικόνες. Η αφή­γηση ιστοριών, και μάλιστα με τη φωνή να χρωματίζεται έντο­να, έχει ιδιαίτερα ευεργετική επίδραση στη δημιουργία εσωτε­ρικών εικόνων. Επιπρόσθετα, με το παιχνίδι προσποίη­σης, το παιχνίδι ρόλων, τα μικρά παιδιά μετατρέπουν τις εσω­τερικές εικόνες σε πράξεις. Παίζοντας διαφορετικούς ρόλους, απορροφούν ποικίλα συναισθήματα, στάσεις και πράξεις. Όταν παίζουν, εισέρχονται στη σφαίρα του φανταστικού, στον κόσμο του καλλιτέχνη και του ποιητή. Μέσα από εμπειρίες παιχνιδιού, σχεδιάζουν και οργανώνουν, προβλέπουν και περιμένουν, ανα­λαμβάνουν ρίσκο, σκέφτονται και πειραματίζονται. Χωρίς αυ­τές τις μορφές εμπειριών, η κατασκευή εικόνων δεν αναπτύσ­σεται σε μία αυτοεπιλεγόμενη δραστηριότητα).

  1. Να καλλιεργούν την ικανότητα για δημιουργική έκφραση μέσα από τα βασικά συστατικά της δημιουργικό­τητας που είναι τα εξής: ευχέ­ρεια, ευελιξία, πρωτοτυπία και επεξεργασία. Ευχέρεια είναι η ικανότητα να εφευρίσκει κανείς ιδέες σε μικρό χρονικό διάστημα. Ο καταιγισμός ιδεών είναι μία ωραία τεχνική που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο γονιός για να βοηθή­σει τα παιδιά να ανακαλύψουν την ευχέρεια. Η ευελιξία χαρακτηρίζεται από την ικανότητα να βλέπει κα­νείς ποικίλες προοπτικές και να μην εμμένει άκαμπτα σε συ­γκεκριμένους τρόπους προκειμένου να διεκπεραιώσει ένα έργο. Οι δημιουργικοί άνθρωποι συνήθως χαρακτηρίζονται από αξιο­σημείωτη ευελιξία. Δεν φοβούνται να πειραματιστούν, να ρι­σκάρουν, να αποτύχουν. Προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. Οι ερωτήσεις του τύπου «Τι θα συνέβαινε αν…» όταν τίθενται από τους γονείς για να ωθήσουν τα παιδιά να διερευνήσουν πι­θανές εναλλακτικές λύσεις σε μία υποθετική κατάσταση, προω­θούν την ευελιξία. Η πρωτοτυπία είναι αρκετά υποκειμενική. Είναι η εφεύρε­ση κάποιας μοναδικότητας, που κάνει τη ζωή να είναι πιο εν­διαφέρουσα και τα παιδιά να ενδιαφέρονται περισσότερο για τη ζωή. Μέσα από την έκφραση της μοναδικότητας τα παιδιά μαθαίνουν τι είναι κατάλληλο και τι κοινωνικά αποδεκτό. Η επεξεργασία είναι η ικανότητα να περνάει κάποιος το χρόνο του δουλεύοντας, προσθέτοντας λεπτομέρειες και εκδη­λώνοντας τη δημιουργική του έκφραση.

Τέλος, για να δημιουργεί κάποιος με συνέπεια και σταθερότητα χρειάζεται ενέργεια. Η ε­νέργεια αυτή προέρχεται από τον ψυχικό χώρο που καλλιερ­γείται με: μοναχικότητα, ανακάλυψη, διασκέδαση. Όταν ένα παιδί δεν μπορεί να μείνει μόνο του, δεν μπορεί να δημιουργήσει, πολύ δε περισσότερο να συγκροτηθεί ψυχι­κά. Η μοναχικότητα είναι εξίσου σημαντική με την κοινωνικό­τητα, την οποία οι περισσότεροι σύγχρονοι γονείς πασχίζουν ι­διαίτερα να καλλιεργήσουν στα παιδιά. Συχνά η μοναχικότη­τα συγχέεται με τη μοναξιά που μπορεί να βιώνει ένα παιδί α­πό την έλλειψη κοινωνικών αλληλεπιδράσεων. Η μοναχικότη­τα όμως είναι κάτι άλλο. Διαμορφώνεται από την επιλογή του παιδιού να μείνει μόνο με τον εαυτό του, ώστε να μπορέσει να τον γνωρίσει καλύτερα και να τον εκφράσει μέσα από διάφο­ρες διόδους. Μέσα από τη μοναχικότητα το παιδί γνωρίζει τα όριά του, τις αντοχές και τις ανοχές του. Συνεπώς, πρόκειται για ανάγκη του παιδιού, όσο και του ενηλίκου, γι’ αυτό και εί­ναι καλό οι γονείς να ωθούν τα παιδιά τους σε αυτή, τόσο με το προσωπικό τους παράδειγμα όσο και με τη δημιουργία ευ­νοϊκών συνθηκών (το παιδικό δωμάτιο να είναι ο προσωπικός χώρος του παιδιού όπου θα έρχεται σε επαφή με τον εαυτό του). Ακόμη, τα παιδιά χρειάζεται να ανακαλύπτουν πράγματα αυτενερ­γώντας και όχι να τα δέχονται όλα «μασημένα» α­πό τους γονείς τους. Μέσα από την ενεργό συμμετοχή και ε­μπλοκή τους στα πράγματα διαμορφώνουν άποψη, θέση και γνώμη, κάτι που δεν τους παρέχει σε καμία περίπτωση η καθήλωσή τους μπροστά στον τηλεοπτικό δέκτη. Η διασκέδαση -ή, μάλλον, η ψυχαγωγία- επίσης παράγει τον κατάλληλο ψυχικό χώρο για δημιουργική έκφραση. Τα ε­ρεθίσματα που παρέχει κινητοποιούν το πνεύμα, ενεργοποιούν το συναίσθημα και απογειώνουν τη φαντασία. Η χαρά που νιώθει το παιδί, τα συναισθήματα που βιώνει, οι εικόνες που προσλαμβάνει συνιστούν πολύτιμη πηγή δημιουργίας [Νίλσεν, Μ. (2002). Η τέχνη να είσαι γονιός. Αθήνα: Καστανιώτη & Παππά, Β. (2008). Γονείς, παιδιά και ΜΜΕ. Ένας οδηγός γονικής συμπεριφοράς. Αθήνα: Καστανιώτη].

Οι γονείς, ξεκινώντας πρώτα από την καλλιέργεια της δική τους προσωπικότητας, θα μπορέσουν να ενσταλάξουν τις ουσιαστικές κοινωνικές αξίες στα παιδιά τους και να τους δώσουν την ευκαιρία να αναπτύξουν τα καλά στοιχεία του χαρακτήρα τους που θα τους επιτρέψουν να ζήσουν κι εκείνα με τη σειρά τους μια ευτυχισμένη και παραγωγική ζωή.

Περισσοτερα

Σχολές γονέων- προστατεύοντας την ψυχική υγεία των γονιών (α΄ μέρος)

Έχει αποδειχθεί ότι η καλή ψυχική υγεία του γονιού μακροπρόθεσμα οδηγεί και σε καλή ψυχική υγεία του παιδιού. Ο γονιός για να προστατεύσει την ψυχική του υγεία (ψυχική ευεξία), δηλαδή την ικανότητα να ευχαριστιέται τη ζωή του, την εργασία του, την επικοινωνία του με τους άλλους ανθρώπους, καλό είναι να θυμάται ότι δεν είναι μόνο γονιός. Είναι παιδί (των γονιών του), σύντροφος, φίλος, συνάδελφος, επαγγελματίας, και το πιο σημαντικό, είναι άνθρωπος. Έχει ανθρώπινες αδυναμίες, ανάγκες, ελαττώματα και προτερήματα. Ο γονικός ρόλος φαίνεται να απορροφά σημαντικό μέρος του χρόνου και της ενέργειας ενός ενηλίκου, ωστόσο δεν πρέπει να απορροφά όλο του τον χρόνο. Άλλωστε, το παράδειγμα ενός τέτοιου γονιού μακροπρόθεσμα δεν αποβαίνει προς όφελος του παιδιού, ούτε αποτελεί θετικό πρότυπο για τη δική του ενήλικη ζωή.

Το γεγονός ότι γίνεται κανείς γονιός δεν σημαίνει ότι εκεί τελειώνει η ζωή του. Αντίθετα, η πιο χρήσιμη προσφορά ενός γονιού προς το παιδί του είναι να του δείξει έμπρακτα ότι ο ίδιος δεν έχει καμία όρεξη να παραιτηθεί από τη ζωή, ότι ζει και χαίρεται τη ζωή του, ότι είναι ακόμα γεμάτος επιθυμίες και όνειρα και ότι δεν υπολογίζει πως όταν μεγαλώσει το παιδί του θα πρέπει να του ανταποδώσει τη φροντίδα που κάποτε του είχε προσφέρει – λες και δεν αντλούσε ο ίδιος τότε προσωπική ικανοποίηση, αλλά το έκανε μόνο σαν μια συμφέρουσα υποθήκη ή «θυσία» (Η λέξη «θυσία» εξάλλου δεν θα έπρεπε να υπάρχει στο λεξιλόγιο των οικογενειών).

Στα πλαίσια της απόκτησης μιας σαφούς και υγιούς γονικής ταυτότητας (δηλαδή, το να ξέρει ο γονιός ποιος πραγματικά είναι: να ξέρει τις αξίες που έχει, τις προτεραιότητες που θέτει και να μπορεί να αναγνωρίζει τις πράξεις που αντικατοπτρίζουν ποιος είναι πραγματικά.), οι γονείς θα μπορούσαν να προστατέψουν την ψυχική τους υγεία με πολλούς τρόπους, όπως είναι οι παρακάτω:

  1. Να παίρνουν το χρόνο που χρειάζεται για να αποσαφηνίσουν τις αξίες τους και να λαμβάνουν συνειδητές αποφάσεις που να βασίζονται στο δικό τους, ξεχωριστό σύστημα αξιών. Η πιο σημαντική παράμετρος της γονική ταυτότητας φαίνεται να είναι οι αξίες.  Ωστόσο, η υιοθέτηση ενός προσωπικού συστήματος αξιών δε γίνεται αβίαστα. Πρόκειται για επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία που προϋποθέτει αυτοδιερεύνηση και προκύπτει μετά από ενδελεχείς διεργασίες σκέψης και αποκρυστάλλωσης. Τον χρόνο που απαιτείται γι’ αυτές τις διαδικασίες οι γονείς χρειάζεται να τον διεκδικήσουν. Στη συνέχεια, το όποιο σύστημα αξιών διαμορφώσουν είναι σημαντικό να συνειδητοποιηθεί, να διαφυλαχθεί με ακεραιότητα και να εφαρμοστεί με συνέπεια. Δεν έχει νόημα να διατείνεται κάποιος ότι έχει αποσαφηνίσει το δικό του ξεχωριστό σύστημα αξιών, αν δεν μπορεί να το τηρήσει με συνέπεια και σταθερότητα, αποτελώντας θετικό πρότυπο για το παιδί του (βασικές αξίες ζωής: ο σεβασμός, η υπομονή, η  σταθερότητα, η σύνεση, η κοινωνικότητα, η υπευθυνότητα, η τάξη, η ειλικρίνεια, η εμπιστοσύνη, ο διάλογος, η ανεκτικότητα, η δημιουργικότητα, η συνεργασία, η συμπόνια, η γενναιοδωρία, η φιλία, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η ειρήνη, η χαρά).
  2. Να έχουν πλούσια εσωτερική ζωή μέσα από τρεις βασικές δεξιότητες, όπως είναι: α) Η ενδοσκόπηση, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο οι γονείς (και στη συνέχεια τα παιδιά τους) μπορούν να γνωρίσουν την εσωτερική τους ζωή, τον εσωτερικό τους κόσμο. Όταν το σπιτικό κάθε οι­κογένειας είναι ένα ήσυχο καταφύγιο για περισυλλογή, ως α­ντίδοτο στους θορύβους και στη βιασύνη του πολιτισμού μας, η ενδοσκόπηση πραγματώνεται με τον καλύτερο τρόπο. β) Η έμπνευση, η οποία είναι συνώνυμη με τη δη­μιουργικότητα, την πρωτοτυπία, την επινοητικότητα, την ευ­ρηματικότητα. Είναι εξαιρετικό για τον κάθε άνθρωπο να μπο­ρεί να είναι δημιουργικός, να εκπληρώνει αυτή τη βασική του α­νάγκη εμπνεόμενος από τα θετικά και τα αρνητικά του βιώμα­τα, από ερεθίσματα και εικόνες, από πληροφορίες και δεδομέ­να που προσλαμβάνει με την αντίληψη και την παρατηρητικότητά του και συλλέγει στον αποθηκευτικό χώρο της μνήμης του. Η έλλειψη έμπνευσης προσδίδει έναν δυσβάσταχτο τό­νο στην καθημερινότητα, ο οποίος μπορεί να καταντήσει έως και απειλητικός. Η έμπνευση είναι η τροφή, το οξυγόνο για την υ­γιή ψυχική και πνευματική συγκρότηση του ατόμου και μπορεί να προ­έρχεται από ποικίλες πηγές: η φύση, η λογοτεχνία, τα έργα τέχνης, η μουσική, η κί­νηση, ο ρυθμός, ακόμα και τα πιο απλά καθημερινά πράγματα μπορούν να δώσουν έναυσμα για έμπνευση. γ)Τα εσωτερικά κίνητρα. Η έμπνευση κινητοποιεί εσωτερικά τον εαυτό για δημιουργία, είναι η δύναμη που πηγάζει από μέσα και όχι από εξωτερικούς καταναγκασμούς οποιασδήποτε μορ­φής. Σύμφωνα με ερευνητές, τα συστατικά των εσωτερικών κινήτρων είναι: ικανότητα, επιλογή, πρόκληση, έλεγχος και δημιουργικότητα. Το καθένα από αυτά καθορίζεται από μία εσωτερική ποιότητα. Η ικανότητα για δημιουργία ε­σωτερικών κινήτρων καθορίζεται από την αυτοεικόνα ενός α­τόμου. Η αυτοεικόνα διαμορφώνεται από τις θετικές σχέσεις με τους άλλους και από την υποστήριξη που το παιδί λαμβάνει α­πό το περιβάλλον του σπιτιού, ενώ οι δύο αυτές διαστάσεις συ­νιστούν την ικανότητα. Η αυτεπίγνωση, από την άλλη πλευρά, επιτυγχάνεται με την παρουσία επιθυμιών και απεχθειών, συ­στατικά τα οποία, με τη σειρά τους, διαμορφώνουν την επιλο­γή. Ο αυτοκαθορισμός, ως επιμονή μέσα από τις δυσκολίες και συνειδητοποίηση των προσωπικών ταλέντων και δυνατοτήτων, σχηματοποιεί την πρόκληση, ενώ η αυτοκαθοδήγηση, ως συνι­σταμένη των προσωπικών στόχων και σκοπών, αλλά και της αυτοπειθαρχίας, διαμορφώνει τον έλεγχο. Τέλος, η αυτοπραγ­μάτωση, ως συνεχής περιέργεια για μάθηση, οδηγεί τους γονείς στη δημιουργικότητα. Η εσωτερική ζωή των παιδιών δημιουργείται από μία πλού­σια εσωτερική ζωή των γονιών, η οποία και μπορεί σαφώς να τροφοδοτήσει τον γονικό τους ρόλο [Νίλσεν, Μ. (2002). Η τέχνη να είσαι γονιός. Αθήνα: Καστανιώτη & Παππά, Β. (2008). Γονείς, παιδιά και ΜΜΕ. Ένας οδηγός γονικής συμπεριφοράς. Αθήνα: Καστανιώτη].

Όπως είναι γνωστό, «μαγικές συνταγές» διαπαιδαγώγησης δεν υπάρχουν. Για να μάθουν τα παιδιά να εί­ναι ειλικρινή, δίκαια, υπεύθυνα, ευγενικά, δημιουργικά, δε χρειάζεται ούτε να αποστηθίζουν κανόνες καλής συ­μπεριφοράς ούτε να τιμωρούνται παραδειγματικά για να συ­μπεριφερθούν με τον κατάλληλο τρόπο. Εκείνο που είναι απα­ραίτητο είναι πρωτίστως οι ίδιοι οι γονείς να εκφράζονται και να λειτουργούν με τις συμπεριφορές που θέλουν να δείξουν στα παιδιά τους, και συγχρόνως να είναι κι αυτοί έτοιμοι για τη δι­κή τους προσωπική ανάπτυξη παράλληλα με την εξέλιξη των παι­διών τους. Μακροπρόθεσμος στόχος… να αναπτυχθούν γνωρίσματα και συμπεριφορές ενός έντιμου, δυναμικού και συναισθηματικά ακέραιου χαρακτήρα τόσο για τους γονείς όσο και για τα παιδιά τους.

Περισσοτερα

Σχολές γονέων: μια ιστοριούλα….για τα συναισθήματα

Θα μ’ άρεσε ν’ αρχινούσα τούτη την ιστορία όπως αρχίζουν τα παραμύθια. Θα μ’ άρεσε να έλεγα:

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μικρός πρίγκιπας που ζούσε πάνω σε ένα πλανήτη μόλις λίγο πιο μεγάλο από τον ίδιο, κι είχε ανάγκη από ένα φίλο…

Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού. Καλημέρα, είπε η αλεπού.

  • Καλημέρα, αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκιπας και γύρισε, μα δεν είδε τίποτα.
  • Εδώ είμαι, είπε μια φωνή, κάτω από τη μηλιά…
  • Ποια είσαι; Είπε ο μικρός πρίγκιπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη…
  • Είμαι η αλεπού, είπε η αλεπού.
  • Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας. Είμαι τόσο λυπημένος…
  • Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού. Δε μ’ έχουν ημερώσει. Α! με συγχωρείς, έκανε ο μικρός πρίγκιπας
  • Το σκέφτηκε όμως και πρόσθεσε:
  • Τι πάει να πει «ημερώσει»;

….

  • Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ, είπε η αλεπού. Σημαίνει «να δημιουργείς δεσμούς…»
  • Βέβαια είπε η αλεπού. Για μένα, ακόμα δεν είσαι παρά ένα αγοράκι εντελώς όμοιο μ’ άλλα εκατό χιλιάδες αγοράκια. Και δε σ’ έχω ανάγκη. Μήτε κι εσύ μ’ έχεις ανάγκη. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια μ’ εκατό χιλιάδες αλεπούδες. Αν όμως με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα εσύ θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο…

Ο Λάζαρος ανακάθισε στο κρεβάτι του σαστισμένος και έψαξε με τα μάτια του στο σκοτάδι να δει την αλεπού. Και μετά θυμήθηκε πως η αλεπού δεν ήταν μαζί του. Ήταν σε εκείνο το βιβλίο, η φίλη του μικρού πρίγκιπα, που ζούσε μόνος σ’ έναν μακρινό πλανήτη.

  • Γιατί ήρθε όμως στο δικό μου όνειρο; αναρωτήθηκε. Πώς ήξερε ότι είμαι κι εγώ μόνος και δεν έχω πια κανένα φίλο για να παίζουμε μαζί;
  • Αλήθεια, τι πάει να πει «ημερώσει»; Και γιατί κανείς δε θέλει πια να ημερώσει κι εμένα και να γίνουμε φίλοι;

Ο Λάζαρος είχε μείνει μόνος. Κανείς από τους φίλους του δεν ήθελε να παίζει μαζί του. Και όλοι είχαν βαρεθεί να προσπαθούν να τον ημερώσουν πια. Όλο έκλεβε, και όταν έχανε, θύμωνε πολύ και φώναζε… μια φορά ήθελε να τους χτυπήσει κιόλας.

Ακόμα και τα αδέρφια του ήταν μαζί του μόνο όταν φώναζε η μαμά να τον πάρουν στη παρέα τους. Θύμωναν κι αυτοί γιατί έπαιρνε όλες τις καραμέλες από το βάζο και τις έκρυβε στην τσέπη του. Κι έβγαζε μια μια και δάγκωνε, και μετά από λίγο τις πετούσε απ’ το στόμα του και έβαζε στόχο κάθε φορά και καινούργιο και πιο μακρινό.

Και έτσι σιγά σιγά ο Λάζαρος έμεινε μόνος, αλλά δεν του άρεσε καθόλου. Είχε βαρεθεί πολύ. Δεν είχε με ποιον να παίξει, με ποιον να μι­λήσει, δεν είχε σε ποιον να θυμώσει, σε ποιον να φωνάξει. Μόνο οι γονείς του του μιλούσαν κι έπαιζαν μαζί του, αλλά και αυτοί όλο του φώ­ναζαν τελευταία.

  • Για φαντάσου, είπε, να μη με θέλουν κι αυτοί πια. Θα μείνω εντελώς μόνος!

Εκείνο το βράδυ λοιπόν σκέφτηκε μήπως έπρεπε να ημερώσει κι αυτός κάποιον. Για να έχει ένα φίλο. Όμως δεν ήξερε από πού ν’ αρχίσει.

  • Αφού δεν έχω κάποιον άλλο, είπε, ας αρχίσω να ημερεύω τον εαυτό μου.

Και έτσι άρχισε σιγά σιγά ν’ αλλάζει. Θυμήθηκε όλα αυτά που του έλεγαν πως πρέπει να κάνει κι αυτός δεν ήθελε. Άρχισε να μιλάει πιο ευγενικά στους άλλους. Σταμάτησε να τους διακόπτει όταν του μιλούσαν, σταμάτησε να θυμώνει όταν έπαιζε και έχανε, παρόλο που είχε προσπαθήσει πάρα πολύ. Σταμάτησε να καυχιέται πως ήταν ο καλύτερος όταν νικούσε, γιατί όταν καμιά φορά έχανε, τότε τι θα τους έλε­γε; Σταμάτησε να παίρνει όλες τις καραμέλες από το βάζο γιατί δεν τον ένοιαζε πια να τις πετάει μακριά… και πολύ μακριά κατάλαβε πως δεν μπορούσε να τις πετάξει. Πραγματικά… άλλαξε πολύ!

Είχε αρχίσει όμως να τρομάζει. Δεν ήξερε πια τι άλλο να κάνει για να ημερώσει τον εαυτό του… είχε θυμηθεί όλα όσα του έλεγαν πως πρέπει να κάνει… και τα έκανε. Τώρα τελευταία είχε αρχίσει να ακούει και μια μικρή φωνούλα μέσα του, που του έλεγε αν κάτι που είχε αποφασίσει να κάνει ήταν σωστό ή λάθος. Προσπαθούσε λοιπόν να την ακούσει κι αυτήν.

Δεν είχε καταλάβει όμως πως τον καιρό που προσπαθούσε τόσο πολύ να αλλάξει δεν ήταν πια τόσο μόνος. Στην αρχή κανείς δεν μπορούσε να το πιστέψει, όσο περνούσε όμως ο καιρός, όλο και περισσότεροι από τους παλιούς του φίλους είχαν αρχίσει να θέλουν την παρέα του. Και ξαφνικά ένα βράδυ, μετά από καιρό, ονειρεύτηκε ξανά την αλεπού.

  • Σε παρακαλώ… ημέρωσε με, του είπε!
  • Θέλω βέβαια, της αποκρίθηκε ο μικρός πρίγκιπας, μα δε με παίρνει ο καιρός. Έχω ν’ ανακαλύψω φίλους και πολλά πράγματα να γνωρίσω.

Και όταν την άλλη μέρα θυμήθηκε το όνειρο του, αποφάσισε πως ήταν πια καιρός να ανακαλύψει τους φίλους τους και όλα τα καινούρ­για πράγματα που έμαθε [Χίγκαρντ, Μ. Ί. (2006). Έλα να χτίσουμε μαζί το χαρακτήρα σου (μτφρ. Γ. Παπαχριστοφίλου). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα].

 

Περισσοτερα

Σχολές Γονέων-Η Θετική Γλώσσα Στην Επικοινωνία

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι τα πο­λύ μικρά παιδιά -τα μωρά, τα βρέφη- «δεν καταλαβαίνουν αυτά που λέμε, αφού δεν γνωρίζουν τις λέξεις που χρησιμο­ποιούμε».

Κι όμως, από τη στιγμή που γεννιέται -αν όχι και από νωρίτερα- ο άνθρωπος είναι σε θέση να δέχεται μηνύματα και να τα ερμηνεύει, έστω κι αν αυτά δεν περνούν από το λε­κτικό κανάλι. Γιατί «καταλαβαίνω» δεν σημαίνει κατ’ α­νάγκην «γνωρίζω το σημαινόμενο των λέξεων»· καταλαβαίνω μπορεί να σημαίνει και «αναγνωρίζω τη συναισθηματι­κή πρόθεση των λέξεων». Έτσι, λόγου χάρη, όπως μπορεί να «καταλάβει» και ένας ενήλικας κάποιο συνάνθρωπο του που τον πλησιάζει μιλώντας μια άγνωστη σε αυτόν γλώσ­σα. Υπάρχει πιθανότητα να μην καταλάβει και να μην ερ­μηνεύσει σωστά αμέσως ο ενήλικας αν οι προθέσεις του ξέ­νου είναι φιλικές ή εχθρικές; Εντούτοις δεν γνωρίζει ο ίδιος το νόημα των λέξεων που ο άλλος χρησιμοποιεί… Τα μωρά, τα βρέφη, δεν γνωρίζουν κι αυτά τις σημασίες των λέξεων που χρησιμοποιούμε όταν τους μιλάμε, συλ­λαμβάνουν όμως αμέσως τη συναισθηματική διάθεση που χρωματίζει τον εσωτερικό μας κόσμο.

 

H Βασιλική Παππά, στο βιβλίο της Γονείς σε κρίση: Η διαχείριση της απώλειας και της αλλαγής (2016), επισημαίνει πολύ εύστοχα την λειτουργική διάλεκτο της οικογένειας ενάντια στη διάλεκτο της δυσλειτουργίας για το διαζύγιο που και την απώλεια που καλούνται να διαχειριστούν οι γονείς.

Κανείς δεν αμφισβητεί τη σημασία των λέξεων. Οι λέξεις εκφράζουν σκέψεις, απόψεις, ιδέες, πεποιθήσεις και αξίες. Καμιά φορά όμως μπορεί και να τις διαμορφώνουν. Η εκφορά των λέξεων μπορεί να διαμορφώσει αξίες και πεποιθήσεις, να αλλάξει νοοτροπίες και βαθιά ριζωμένα στερεότυπα. Όταν αλλάζει η λεκτική διατύπωση, αλλάζει και η συμπεριφορά.

Οι λανθασμένες/δυσλειτουργικές λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούν οι γονείς μπορεί να υπονομεύσουν την αίσθηση του εαυτού των παιδιών και των εφήβων, την αίσθησή τους για την οικογένεια και τον γονικό ρόλο. Αλλάζοντας κάποιες λέξεις, οι γονείς μπορούν να αλλάξουν και την αί­σθηση των παιδιών για την ταυτότητα, για την οικογένεια και για το ότι ανήκουν σε μια κοινότητα.

Η απλή αλλαγή των λέξεων δεν εξαφανίζει το τραύμα από την απώλεια και τη θλίψη που όλα τα μέλη της οικογέ­νειας καλούνται να αντιμετωπίσουν. Η βίωση της απώλειας δεν αποτρέπεται, ούτε παρακάμπτεται. Απλώς, όταν ένας γονιός πενθεί για την απώλεια δεν ωφελεί να προσδιορίζει τον εαυτό του ή το παιδί/τα παιδιά του σε σχέση με την απώλεια αυτή. Η χρήση λέξεων και φράσεων που χαρακτηρίζονται ως «δυσλειτουργικές» το μόνο που καταφέρνουν είναι να θυματοποιούν γονείς και παιδιά και να τους κάνουν να νιώθουν δυστυχείς, αβοήθητοι και αποδιοπομπαίοι. Έτσι, οι λέξεις στιγματίζουν και δημιουργούν παραμορφωτικά κάτοπτρα της πραγματικότητας στο παρόν και το μέλλον. Η θυματοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε παθητική στάση και σε περαιτέρω θυματοποίηση. Τα λάθη πολλαπλασιάζονται γιατί υπάρχει δικαιολογία: το διαζύγιο. Αν επιλέξει κανείς να βλέπει τον εαυτό του μέσα από αυτό το παραμορφωτικό κάτοπτρο, δεν θα μπορέσει ποτέ να αυτονομηθεί, να ενηλι­κιωθεί ψυχικά και να απελευθερωθεί.

Οι παραπάνω φράσεις υποδηλώνουν ότι το διαζύγιο υπήρξε, αλλά δεν συνιστά πλέον πρόβλημα, ότι δεν απο­τελεί εμπόδιο στο παρόν ή στο μέλλον. Η Ahrons (1994) χαρακτηρίζει τον οικογενειακό αστερισμό που δημιουργεί­ται ως αποτέλεσμα του διαζυγίου «διπυρηνική οικογένεια» – δηλαδή μια οικογένεια που εκτείνεται σε δύο σπίτια/δύο νοικοκυριά. Πρόκειται για έναν όρο που, αν και αποδίδει ρεαλιστικά την πραγματικότητα, χαρακτηρίζεται από θετική φόρτιση, δεν επικρίνει, δεν στιγματίζει, δεν θυματοποιεί.

Οι νομικές ταμπέλες «έχει την επιμέλεια» και «συχνό­τητα επισκέψεων» τείνουν να θέτουν ένα σενάριο νικητή/ χαμένου. Αν πούμε ότι ο ένας γονέας έχει την επιμέλεια και ο άλλος έχει δικαιώματα επίσκεψης, αυτό τείνει να δίνει μεγα­λύτερη αξία στη συνεισφορά μόνο του ενός γονέα. Η «κοινή ευθύνη» είναι πιο ακριβής όρος παρά η «κοινή επιμέλεια». Δεν σημαίνει απαραίτητα μοίρασμα 50-50. Σημαίνει ότι και οι δύο γονείς αναγνωρίζουν ότι η συνεισφορά του κάθε γονέα είναι σημαντική, και ότι και οι δύο είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν ώστε να κάνουν ο ένας τη συνεισφορά του άλλου λειτουργική και ουσιαστική.

Επιπλέον, δεν είναι μόνο η κοινωνική και η νομική γλώσσα που μπορεί να είναι δυσλειτουργική. Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται στο σπίτι μπορεί να είναι εξίσου δυσλει­τουργικές και καταστροφικές για τα παιδιά. Πρόκειται για τοξικά σχόλια/δηλώσεις του ενός γονιού για τον άλλο που λέγονται στα παιδιά. Αυτά είναι περίπου τα εξής:

«Δεν είναι καλή/-ός».

«Είναι τεμπέλα/-ης».

«Είσαι σαν τη μητέρα σου/τον πατέρα σου».

«Είναι πολύ καλύτερα χωρίς αυτόν/αυτή στη ζωή μας».

«Αν δεν κάνεις ό,τι σου λέω θα πας να ζήσεις με τον πατέρα σου/τη μητέρα σου».

« Τι σου είπε για μένα;»

«Αν σε αγαπούσε, δεν θα έφευγε».

«Αν σε αγαπούσε, θα έδινε τα χρήματα της διατροφής στην ώρα τους».

«Αν σας έβλεπα κι εγώ μόνο κάθε δεύτερο Σαββατοκύ­ριακο, τότε θα κάναμε μόνο ευχάριστα πράγματα».

«Υπάρχουν πολλά που δεν ξέρετε».

«Μακάρι να πέθαινε. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο για όλους μας».

«Οι άνδρες δεν είναι καλοί» / «Οι γυναίκες δεν είναι καλές».

«Δεν μπορείς να εμπιστεύεσαι τις γυναίκες/τους άνδρες».

«Μην παντρευτείς. Κάνε κάτι καλύτερο στη ζωή σου».

«Αν ο πατέρας σου αργήσει την επόμενη φορά, θα φρο­ντίσω να χάσει το δικαίωμα να σε επισκέπτεται».

«Διάλεξε με ποιον θέλεις να είσαι».

«Εγώ έχω αναλάβει το δύσκολο έργο της ανατροφής σας. Αυτό που κάνει εκείνος είναι μόνο να περνάει καλά μαζί σας».

«Αν θέλεις …, ζήτα το από τον πατέρα σου. Αυτός έχει χρήματα».

Όλες αυτές οι παραπάνω φράσεις είναι γνώριμες. Οι περισσότεροι γονείς, ενώ ξέρουν ότι δεν πρέπει να τις λένε, τις εκστομίζουν, αφήνοντας τον θυμό να τους κυριεύσει. Ωστόσο, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, αν και ο θυμός είναι απολύτως αποδεκτός, η συμπεριφορά που προκαλεί μπορεί να είναι καταστροφική και γι’ αυτό χρειάζεται οριοθέτηση. Οι γονείς οφείλουν να δείχνουν αυτοέλεγχο και αυτοσυ­γκράτηση. Αν τυχόν τα παραπάνω λόγια διατυπωθούν σε κατάσταση θυμού, είναι προτιμότερο να είναι διατυπωμέ­να γραπτώς παρά προφορικώς. Όταν κάτι γράφεται και ξαναγράφεται, διαβάζεται και ξαναδιαβάζεται, μπορεί να «ξορκιστεί» και επομένως να ξεθυμάνει. Κάθε γονιός που σκέφτεται και εκφέρει αυτά τα λόγια -έστω και γραπτώς- είναι σημαντικό να προσπαθήσει να εντοπίσει ποια συναι­σθήματα κρύβονται πίσω από τις λέξεις και στη συνέχεια να τα διαχειριστεί με όσο το δυνατόν πιο εποικοδομητικό, παραγωγικό και υπεύθυνο τρόπο.

Στη διαδικασία του διαζυγίου, σύμφωνα με τις Carter και McGoldrick (1999) είναι σημαντικό οι γονείς να λάβουν υπόψη τους τα εξής τρία βήματα:

  1. Να διακρίνουν αυτό που είναι σωστό από αυτό που είναι λάθος.
  2. Να συμπεριφέρονται σύμφωνα με αυτό που θεωρούν σωστό, ακόμη κι αν αυτό είναι εις βάρος τους. Π.χ. να πληρώνουν τη διατροφή, όποια κι αν είναι η συμπε­ριφορά του παιδιού ή του άλλου γονιού.

Να λένε ανοιχτά ότι συμπεριφέρονται σύμφωνα με αυτό που θεωρούν σωστό

image01

Περισσοτερα

Βιβλιοπαρουσίαση: Θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας-Εγχειρίδιο για γονείς

Είναι δύσκολο να δουλεύεις συμβουλευτικά ως ψυχολόγος με τους γονείς και τα παιδιά τους και με τις σχέσεις που διαμορφώνονται ανάμεσα τους. Στις συναντήσεις μας πολύ συχνά νιώθω αμήχανα όταν συνειδητοποιώ ότι οι γονείς τις περισσότερες φορές έχουν ανάγκη να επιβεβαιώσουν τα καλά που έχουν κάνει για τα παιδιά τους, ενώ στις καταστάσεις που εξελίσσονται δυσάρεστα, επιθυμούν ασυνείδητα (δηλαδή, αθέλητα) κάποιον να τους ακούσει, να τους κατανοήσει, και τελικά, να τους αποδεχτεί. Κάποιον να τους ακούσει, και παράλληλα, να τους ανακουφίσει, κάποιον να τους πει ότι δεν ευθύνονται εκείνοι για ό,τι κακό συνέβη και για τα λάθη που θεωρούν ότι έχουν κάνει απέναντι στα παιδιά τους.

tthemata_oikogeneiakhs_psychologias

Άλλωστε, αυτό δεν συμβαίνει σε όλους εμάς τους ανθρώπους; Στις πολύ δύσκολες στιγμές της ζωής μας, όταν νιώθουμε να μας κατακλύζουν συναισθήματα άγχους, φόβου, ανασφάλειας, όταν νιώθουμε ότι κανείς δεν μας καταλαβαίνει, βασική μας ανάγκη είναι να βρούμε κάποιον που θα δεχθεί να μας ακούσει με κατανόηση και ζεστασιά, να μπορέσει να νιώσει τα συναισθήματά μας, όποια κι αν είναι αυτά, χωρίς να μας κριτικάρει ή να μας επικρίνει αυστηρά. Θέλουμε άφοβα να εμπιστευτούμε τον εσωτερικό μας κόσμο σε κάποιον, ώστε να αισθανθούμε επιτέλους ότι όντως υπάρχει ένα «αυτί» που πάντα πρόθυμα θα μας ακούσει.

Οι συζητήσεις με τους γονείς με έμαθαν πόσο σημαντικό είναι να προσπαθούμε να αφουγκραζόμαστε τον εσωτερικό κόσμο του άλλου, χωρίς προϋποθέσεις, ώστε να ικανοποιείται η βασική του ανάγκη για απεριόριστη κατανόηση, αναγνώριση και αποδοχή. Με αυτόν τον τρόπο γεννιέται η «άνευ όρων αποδοχή» και τότε οι γονείς μαθαίνουν να ακούν οι ίδιοι το εαυτό τους, ενώ στη συνέχεια, μαθαίνουν να ακούν τον άλλο και κυρίως το παιδί τους.

Το να είσαι γονιός είναι ίσως ένα από τα σπουδαιότερα, απολαυστικότερα, αλλά και πλέον σύνθετα καθήκοντα ενός ενηλίκου. Η ευθύνη γίνεται μεγαλύτερη εξαιτίας της έλλειψης ουσιαστικής προετοιμασίας και εκπαίδευσης των γονιών. Οι γονείς δυσκολεύονται να ανακαλύψουν την ταυτότητά τους και να νιώσουν καλά με αυτή. Όπως ο έφηβος αναζητά την ταυτότητά του, επιδιώκοντας να αποκτήσει μια εικόνα για τον εαυτό του ως πρόσωπο, με εσωτερική ενότητα και διαχρονική σταθερότητα και προσπαθεί να απαντήσει σε θεμελιώδη ερωτήματα όπως «Ποιός είμαι;» ή «Τί είναι σημαντικό για μένα στη ζωή;» θέλοντας να ιεραρχήσει σκοπούς και αξίες, έτσι και ο κάθε γονέας είναι αναγκαίο να θέσει στον εαυτό του αντίστοιχα ερωτήματα ώστε να αποκτήσει μία σαφή ταυτότητα. Η διαμόρφωση γονικής ταυτότητας είναι εξαιρετικά σημαντική, διότι οδηγεί τους γονείς σε μεγαλύτερη συνειδητοποίηση, ενώ ενδυναμώνει τόσο τα ίδια τα παιδιά όσο και τη σχέση τους με τους γονείς τους.

Θεωρώ ότι βασικός παράγοντας για την επίτευξη της επίγνωσης της γονικής ταυτότητας είναι η αυτογνωσία. Η διαδικασία της αυτογνωσίας αποτελεί τον πιο πολύτιμο βοηθό του μελλοντικού ή του νέου γονέα στο δύσκολο έργο που πρόκειται να αναλάβει. Αν ο γονέας έχει δώσει απαντήσεις στα ερωτήματα: «Ποιος είμαι;», «Ποιά στοιχεία συγκροτούν την προσωπικότητά μου;», «Ποιά βιώματα της παιδικής μου ηλικίας παραμένουν εκκρεμή;», «Πώς αισθάνομαι τη συμβίωση με το άλλο φύλο;», «Ποιά είναι τα βαθύτερά μου κίνητρα για τη δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση παι- διών;» τότε θα συνειδητοποιήσει τις απόψεις, τις αξίες και τις πεποιθήσεις του, θα διαμορφώσει συνειδητά ένα γονικό τύπο, ο οποίος θα αντανακλά τις ιδέες του σχετικά με την ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση του παιδιού του. Μόνο που η αυτογνωσία δεν επιτυγχάνεται αυτόματα. Είναι, αντίθετα, διαδικασία που απαιτεί χρόνο, κόπο, ειλικρινείς προθέσεις και, πάνω απ’ όλα, το θάρρος της ανάληψης ευθυνών και της συνειδητοποίησης ότι δεν είναι τέλειος και δεν είναι δυνατόν να είναι τέλειος. Η πορεία προς την αυτογνωσία απαιτεί θαρραλέα αντιμετώπιση σε πιθανούς κλυδωνισμούς και πισωγυρίσματα, καθώς είναι ένας δρόμος με πολλές και επίπονες παλινδρομήσεις.

Η ιδέα για τη συγγραφή ενός βιβλίου αφιερωμένου σε σύγχρονα θέματα οικογενειακής ψυχολογίας συζητήθηκε για πρώτη φορά, πριν από αρκετό καιρό, με την κα Βασιλική Παππά, συμβουλευτική ψυχολόγο και Πρόεδρο του Πανελληνίου Συνδέσμου Σχολών Γονέων. Η ίδρυση Σχολών Γονέων είναι μια προσπάθεια που έχει ξεκινήσει το 1962 στην Ελλάδα από την ψυχολόγο Μαρία Χουρδάκη, την ακούραστη εμψυχώτρια της ιδέας της επιμόρφωσης των γονιών σε Πανελλήνια κλίμακα.

Πιο αναλυτικά, οι Σχολές Γονέων ξεκίνησαν στην Ελλάδα το 1962 με πρωτοβουλία της ψυχολόγου Μαρίας Χουρδάκη. Το 1964 δημιουργείται η «Διεθνής Ομοσπονδία για την Εκπαίδευση των Γονέων» (F.I.E.P.) στα ιδρυτικά στελέχη της οποίας ήταν και η Μαρία Χουρδάκη. Το μακροχρόνιο έργο και οι ακαταπόνητες προσπάθειές της για τη διάδοση και την εδραίωση του θεσμού οδήγησαν σε πολλά βραβεία και τιμητικές διακρίσεις, όπως η βράβευση από τη Διεθνή Ομοσπονδία για την Εκπαίδευση των Γονέων (1986), από την Ακαδημία Αθηνών (1997), από τους φίλους του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού (1999), από τον Σύλλογο Ελλήνων Ψυχολόγων (2002). Το 1999 διοργανώθηκε προς τιμήν της και ως αναγνώριση του συνόλου της προσφοράς της στην επιστήμη της ψυχολογίας, πανελλήνιο συνέδριο με τη συνεργασία όλων των πανεπιστημίων της χώρας.

Από το 1962 έχουν δημιουργηθεί πολυάριθμες ομάδες Σχολών Γονέων σε συνεργασία με διάφορους φορείς και πλαίσια, με δήμους, με συλλόγους γονέων ή με άλλους συλλόγους, με δημόσια και ιδιωτικά σχολεία όλων των βαθμίδων.

Ο τρόπος που εγώ σκέφτομαι και δουλεύω έχει επηρεαστεί αποφασιστικά από τα εκπαιδευτικά σεμινάρια Εκπαιδευτών/Συντονιστών Σχολών Γονέων που παρακολουθούσα πριν από λίγα χρόνια, και ως φοιτήτρια ψυχολογίας, στον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Σχολών Γονέων στην Αθήνα με εκπαιδεύτρια την κα Βασιλική Παππά. Πολλά μέρη αυτού του βιβλίου βασίζονται σε εκείνη την εκπαίδευση. Κάποια από αυτά έχουν διορθωθεί, αναθεωρηθεί, βελτιωθεί, εμπλουτιστεί και προσαρμοστεί στις ανάγκες αυτού του επιστημονικού τόμου, και κάποια άλλα, έχουν επηρεαστεί από τις βασικές θεωρητικές προσεγγίσεις στις οποίες έχω εκπαιδευτεί. Αυτές είναι η Προσωποκεντρική Προσέγγιση κατά τη διάρκεια των Μεταπτυχιακών μου σπουδών, αλλά και οι βασικές αρχές της Συστημικής Σκέψης και Θεωρίας. Ωστόσο, όταν χρειάζεται, ακολουθώ μια εκλεκτικού τύπου συμβουλευτική προσέγγιση και αυτό φαίνεται και από τη βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε για τη συγγραφή του βιβλίου, η οποία έχει επιρροές από πολλές θεωρητικές προσεγγίσεις (ψυχαναλυτική, προσωποκεντρική, συστημική, Αντλεριανή, υπαρξιακή προσέγγιση).

Τα θέματα που αναπτύσσονται στο βιβλίο σχετίζονται, αλλά και επηρεάζονται, από την καθημερινή μας απασχόληση με τις σχέσεις που διαμορφώνονται στη σύγχρονη οικογενειακή ομάδα ανάμεσα σε γονείς, συζύγους, παιδιά, μεγάλους γονείς, παππούδες, γιαγιάδες. Μέσα από αυτή τη διαδικασία είδαμε πόσο αναγκαία είναι η αναπροσαρμογή των ρόλων στη σύγχρονη οικογένεια, συνέπεια των υπόλοιπων κοινωνικών εξελίξεων της εποχής μας. Μια αναπροσαρμογή πού φαίνεται ότι μπορεί να ενισχύσει το δυναμισμό και την πλαστικότητα πού χρειάζεται η οικογενειακή ομάδα για να ξεπεράσει τις ψυχολογικές δοκιμασίες της και να εξισορροπηθεί, ανανεωμένη σε νέες βάσεις πιο σίγουρες, πιο σταθερές.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δυο μέρη. Στο πρώτο μέρος γίνεται αναφορά σε θέματα πρόληψης που αφορούν κυρίως τους γονείς και τη διαμόρφωση της γονικής τους ταυτότητας. Και ακολουθούν, στο δεύτερο μέρος, θέματα που αφορούν στα παιδιά και τον τρόπο που μπορούν οι γονείς να τα διαχειριστούν. Η σειρά με την οποία παρουσιάζονται τα κείμενα είναι θεματολογική, αρχίζοντας από θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος που γίνονται προοδευτικά ειδικότερα.

Το βιβλίο απευθύνεται στο ευρύτερο κοινό, αλλά και σε επαγγελματίες που έχουν σχέση με την ψυχική υγεία του παιδιού και της οικογένειας, δηλαδή απευθύνεται σε ψυχολόγους, συμβούλους, παιδοψυχιάτρους, παιδαγωγούς, κοινωνικούς λειτουργούς που ενδιαφέρονται να ενημερωθούν περαιτέρω για θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας.

Και όπως έλεγε η Μαρία Χουρδάκη, η ιδρύτρια των Σχολών Γονέων στην Ελλάδα (1962): «Σχολές Γονέων, δηλαδή κύτταρα πολιτισμού και αγάπης, ζεστές αγκαλιές που θα ζεστάνουν το παιδί, το κάθε παιδί κάθε φυλής και θρησκείας, στα πρώτα βήματα της ζωής του. Αργότερα, όταν τα παιδιά αυτά θα γίνουν υπεύθυνοι πολίτες, μπορεί παίρνοντας δύναμη από την αγάπη και τη ζεστασιά της παιδικής τους ηλικίας, να ξέρουν ν’ αγαπούν και να σέβονται τον συνάνθρωπο τους. Να θέλουν να κατευθύνουν σωστά τα «συμφέροντα» και τις τεχνολογικές επιτεύξεις τους. Και τότε, μπορεί οι μικρές ζεστές οικογένειες να γίνουν τα κύτταρα μιας παγκόσμιας κοινωνίας, που θα είναι πιο ειρηνική και πιο χαρούμενη. Πιο άξια για τον άνθρωπο» [Σύγχρονα Θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας (σε συνεργασία με την Fernande Isambert, της Σχολής Γονέων Παρισιού). Αθήνα, 1972].

Προσωπικά, ελπίζω το βιβλίο αυτό να αποτελέσει τόσο για τους γονείς (τους μελλοντικούς ή εν ενεργεία γονείς ή τους «γονείς του κόσμου» που δεν έχουν αποκτήσει δικά τους βιολογικά παιδιά) όσο και για τα παιδιά τους «μια ζεστή αγκαλιά» και να μεταδώσει την αγάπη μου για τους γονείς, βοηθώντας τους να αποδεχτούν κι εκείνοι την «ανθρώπινη» διάσταση των γονέων ως ανθρώπων με ανθρώπινες αδυναμίες, προσωπικούς περιορισμούς, προτερήματα και ελαττώματα. Μία αγάπη για το γονιό χωρίς όρους, όπως χρειάζεται να είναι η αγάπη του γονιού για το παιδί / τα παιδιά του. Κι η αγάπη αυτή να αγγίζει κάθε Άνθρωπο, είτε είναι γονιός, είτε όχι, καθώς η αποδοχή της ατέλειάς μας συσχετίζεται αναμφίβολα με τη βαθιά Ανθρώπινή μας υπόσταση.

Μίνα Μπρούμου, 2016

Μπρούμου, Μ. (2016). Βιβλιοπαρουσίαση: Θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας-Εγχειρίδιο για γονείς. Μετάλογος, 29.

http://www.metalogos-systemic-therapy-journal.gr/

Περισσοτερα