Γερασιμούλα (Μίνα) Μπρούμου

Συμβουλευτική Ψυχολόγος

28ης Οκτωβρίου 19, Ιωάννινα

Σεξουαλική διαπαιδαγώγηση Α΄ Μέρος

Οι γονείς που μπορούν να απαντήσουν με άνεση σε ερωτήσεις του τύπου «μαμά τι είναι το θεξ;» ή «μαμά πώς γίνονται τα παιδιά;», είναι αυτοί που έχουν αναπτύξει μια άνε­τη σχέση με τη δική τους σεξουαλικότητα. Είναι αυτοί που δεν ταράζονται με τέτοιου είδους ερωτήσεις, γιατί η λέξη «σεξ» δεν τους προκαλεί (ή δεν τους προκαλεί πια) αμηχανία και ψυχικά συμπλέγματα (κόμπλεξ-complex). Μια πολύ ωραία αρχή για να νιώσουμε άνετα με τη σεξουαλικότητά μας είναι να γνωρίσουμε το σώμα μας, και κυρίως, εκείνα τα μέρη του σώματος που συνδέονται με αυτήν.

Το σώμα μας

Πως είναι φτιαγμένο το γεννητικό σύστημα της γυναίκας

Τα εσωτερικά γεννητικά όργανα βρίσκονται μέσα στην κοιλιά μας και δεν τα βλέπουμε.

Στα εξωτερικά γεννητικά όργανα ανήκουν το εφήβαιο, τα μεγάλα και μικρά χείλη, η κλειτορίδα, οι βολβοί και οι αδένες του προδόμου.

Εσωτερικά γυναικεία γεννητικά όργανα

  • Οι δύο ωοθήκες περιέχουν τα ωοθυλάκια και τα απελευθερώνουν κατά τη διάρκεια της ωορρηξίας.
  • womanΟι δύο σάλπιγγες μοιάζουν με σωληνάκια που συνδέουν τις ωοθήκες με τη μήτρα.
  • Η μήτρα έχει περίπου μήκος 8 cm και πλάτος 5 cm. Χωρίζεται στον πυθμένα, το σώμα και τον τράχηλο που τον περιβάλλει ο κόλπος.
  • Η στιβάδα που καλύπτει εσωτερικά τη μήτρα ονομάζεται ενδομήτριο και παίζει σημαντικό ρόλο στην διατήρηση της εγκυμοσύνης, μιας και σε αυτό εμφυτεύεται το γονιμοποιημένο ωάριο για να ξεκινήσει μια εγκυμοσύνη.
  • Ο κόλπος είναι ένας ινομυώδης σωλήνας που είναι και το όργανο που συμμετέχει στην ερωτική επαφή και δέχεται το πέος. Από τον κόλπο περνάει και το μωρό κατά τη διάρκεια του τοκετού.

Εξωτερικά γυναικεία γεννητικά όργανα

  • Το εφηβαίο είναι η περιοχή του δέρματος μπροστά στην ηβική σύμφυση που αποκτά τρίχες κατά την εφηβεία.
  • womanΤα μεγάλα χείλη είναι πτυχές του δέρματος με ιδρωτοποιούς, σμηγματογόνους και οσμηγόνους αδένες.
  • Τα μικρά χείλη είναι πτυχές του δέρματος, άτριχες λίγο κόκκινες και υγρές. Γύρω από την κλειτορίδα σχηματίζουν μια πτυχή, που την καλύπτει και ονομάζεται πόσθη.
  • Οι βολβοί του προδόμου γεμίζουν με αίμα όταν κάνουμε έρωτα και έτσι αυξάνουν την ηδονή και εμποδίζουν το σπέρμα να φύγει από τον κόλπο
  • Οι αδένες του προδόμου δίνουν κατά τη διάρκεια της ερωτικής επαφής λιπαντικά υγρά για να διευκολύνουν την είσοδο του πέους στον κόλπο. Περισσότερα υγρά δίνουν οι αδένες του κόλπου.
  • Στο όριο των εσωτερικών και εξωτερικών οργάνων βρίσκεται ο παρθενικός υμένας, μια πτυχή του βλεννογόνου που συνήθως σπάει και απομακρύνεται με την πρώτη ερωτική επαφή.

Πως είναι φτιαγμένο το γεννητικό σύστημα του άνδρα

Στα εξωτερικά γεννητικά όργανα ανήκουν το πέος και οι όρχεις.

Στα εσωτερικά γεννητικά όργανα ανήκουν η επιδυδιμίδα και ο προστάτης.

 

Εσωτερικά ανδρικά γεννητικά όργανα

  • manΣτην επιδυδιμίδα αποθηκεύεται και ωριμάζει το σπέρμα.
  • Ο προστάτης είναι ένας αδένας που δίνει ένα μέρος του υγρού που είναι απαραίτητο για την εκσπερμάτωση.

Εξωτερικά ανδρικά γεννητικά όργανα

  • Το πέος αποτελείται από μαλακό σπογγώδη ιστό. Το σπέρμα περνάει μέσα από ένα σωληνάκι που λέγεται ουρήθρα.
  • Οι όρχεις παράγουν την ανδρική ορμόνη τεστοστερόνη και το σπέρμα. Η τεστοστερόνη είναι υπεύθυνη για τη δημιουργία των χαρακτηριστικών του άνδρα: Τριχοφυΐα στο πρόσωπο και στο σώμα, χοντρή φωνή και μυς. Συνδέονται με το υπόλοιπο σώμα με τους σπερματοδόχους πόρους.

Το σπέρμα δίνει στα σπερματοζωάρια το υγρό περιβάλλον που χρειάζονται για να κολυμπήσουν έξω από το σώμα του άνδρα, τα θρεπτικά συστατικά που χρειάζονται και τα προστατεύει από τα επιθετικά οξέα που βρίσκονται στον κόλπο της γυναίκας.

Σεξουαλική διαπαιδαγώγηση

Τι είναι η Σεξουαλική Διαπαιδαγώγηση;

Γνωρίζω το σώμα μου και μαθαίνω πώς να διαχειρίζομαι το σώμα μου σε σχέση με το φύλο μου και σε σχέση με το σώμα του άλλου φύλου.

Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση ξεκινά από τη γέννηση και δεν σταματά ποτέ.

    1. Μην αποφύγετε τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στην παιδική ηλικία. Ακόμη κι αν δεν μπείτε κατευθείαν στο θέμα, το παιδί σας θα σχηματίσει μια γνώμη για το σεξ, βασισμένη σ’ αυτά που ακούει από τους άλλους, αυτά που ακούει από την τηλεόραση και στην αντίδρασή σας όταν σας κάνει σχετικές ερωτήσεις. Και ένα παιδί στο οποίο οι γονείς δεν έχουν μιλήσει για το σεξ μπορεί να διαμορφώσει δικές του θεωρίες, οι οποίες ίσως να είναι εντελώς γελοίες και πιθανότατα τρομακτικές. Η σωστή κατανόηση κάποιων πραγμάτων σχετικά με το σεξ θα βοηθήσει το παιδί σας να αντιμετωπίσει καλύτερα τις προσωπικές του σχέσεις όταν ενηλικιωθεί.
    2. Για να είστε έτοιμοι για τις ερωτήσεις του, θα πρέπει πρώτα να έχετε ξεκαθαρίσει τις δικές σας ιδέες και συναισθήματα. Αν, για παράδειγμα, αισθάνεστε αμήχανα μιλώντας για το σεξ, το παιδί θα το διαισθανθεί. Θα μπορούσατε να το συζητούσατε πρώτα με κάποιο φίλο _ με τον/τη σύντροφο σας. Θα μπορούσατε επίσης να κάνετε εξάσκηση λέγοντας φωναχτά κάποιες λέξεις σχετικές με το σεξ, ώσπου να αισθανθείτε άνετα χρησιμοποιώντας τες. Αυτού του είδους η προετοιμασία θα σας βοηθήσει να ελαττώσετε την ένταση που αισθάνεστε.

Κάθε οικογένεια έχει τις απόψεις της για το γυμνό σώμα, πολύ συχνά, όμως, σε οικογένειες όπου ο πατέρας κοιμάται γυμνός ή όπου επιτρέπεται στα μικρά παιδιά να μπαίνουν στο μπάνιο όταν η μαμά ή ο μπαμπάς είναι στην μπανιέρα, τα παιδιά μπορούν να μιλούν για μέρη του σώματος με απόλυτα φυσικό τρόπο, χωρίς να αισθάνονται αμηχανία ή ενοχή.

“Από πού ήρθα;” αυτή είναι συνήθως η πρώτη ερώτηση που κάνει σχετικά με το σεξ ένα παιδί 4 ή 5 χρόνων. Και μια ικανοποιητική απάντηση είναι να του πείτε ότι βγήκε από την κοιλίτσα της μαμάς. Τα περισσότερα παιδιά αυτής της ηλικίας θα δεχτούν μια τέτοια απάντηση και δε θα κάνουν άλλες ερωτήσεις, αφού η διαδικασία σκέψης τους δεν έχει ωριμάσει όπως των ενηλίκων.

  1. Να δίνετε πάντοτε στο παιδί σας απαντήσεις ανάλογες με την ηλικία του. Μην μπαίνετε σε λεπτομέρειες που δεν είναι απαραίτητες, εκτός κι αν σας το ζητήσει το ίδιο το παιδί. Με το να του μιλήσετε για όλα όσα συμβαίνουν στα αναπαραγωγικά συστήματα της γυναίκας και του άνδρα, για τα ωάρια και το σπέρμα, θα καταφέρετε μόνο να το μπερδεύετε. Φροντίστε ώστε οι απαντήσεις σας να είναι ξεκάθαρες και ακριβείς. Αντιμετωπίστε τις σεξουαλικού περιεχομένου ερωτήσεις του όπως ακριβώς και κάθε άλλου είδους ερωτήσεις.
  2. Μην πείτε ποτέ στο παιδί σας ότι είναι πολύ μικρό για να μάθει γι’ αυτά τα πράγματα. Αν, εξάλλου, είναι αρκετά ώριμο ώστε να κάνει τέτοιες ερωτήσεις, του αξίζουν εξίσου ώριμες απαντήσεις. Και μην του λέτε “μικροψεματάκια” για να δώσετε γρήγορα τέλος στη συζήτηση. Θα είστε αδικαιολόγητοι αν του πείτε ότι το έφερε ο πελαργός ή ότι το πήρατε από κάποιο μαγαζί. Ίσως και να το πιστέψει και, αργότερα, να δυσκολευτεί να δεχτεί την αλήθεια.
  3. Υπάρχει περίπτωση να κάνει συνέχεια τις ίδιες και τις ίδιες ερωτήσεις και να ζητάει να του επαναλαμβάνετε όσα του εξηγείτε πολλές φορές. Να έχετε υπομονή, αυτό είναι ένα φυσιολογικό κομμάτι της διαδικασίας της μάθησης οποιουδήποτε πράγματος. Επειδή εσείς του λέτε απλά ότι βγήκε από την κοιλίτσα της μαμάς του, δε σημαίνει ότι θα το θυμάται ή ότι θα το πιστέψει! Το παιδί σας θα πρέπει να αισθάνεται ότι μπορεί να σας πλησιάσει σχετικά με το σεξ. Ένα παιδί ηλικίας 5 χρόνων και πάνω μπορεί να θελήσει να μάθει πώς βρέθηκε στην κοιλιά της μαμάς του. Θα πρέπει τότε ν’ αρχίσετε να συμπεριλαμβάνετε στις εξηγήσεις σας το ότι το σεξ συμβαίνει μέσα στο πλαίσιο μιας στοργικής σχέσης. (Εσείς, Βέβαια, γνωρίζετε πολύ καλά ότι η σεξουαλική πράξη συχνά συμβαίνει σε μια σχέση που μπορεί να μην υπάρχει αγάπη, αφήστε το όμως αυτό για αργότερα, όταν το παιδί σας θα έχει μεγαλώσει κι άλλο).
  4. Στις συζητήσεις για το σεξ θα πρέπει πάντοτε να υπάρχει μια σχέση αγάπης, της οποίας ένα μέρος αποτελεί και η σεξουαλική πράξη. Εξηγήστε του ότι η μαμά και ο μπαμπάς αγαπούσαν τόσο πολύ ο ένας τον άλλο που θέλησαν να κάνουν ένα μωρό κι έτσι ο μπαμπάς έβαλε το σπόρο του μέσα στη μαμά. Για κάθε ερώτησή του, δώστε του μια απάντηση με αρκετές πληροφορίες.
  5. Τα βιβλία που έχουν γραφτεί ειδικά για παιδιά μπορούν να σας δώσουν ένα χρήσιμο σημείο έναρξης για τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση του παιδιού σας. Το πλεονέκτημα της χρήσης ενός τέτοιου βιβλίου είναι ότι θα σας δώσει την ευκαιρία να προετοιμαστείτε γι’ αυτά που θα πείτε στο παιδί σας εκ των προτέρων. Σιγουρευτείτε ότι το βιβλίο που θα διαλέξετε θα μιλά για το σεξ με τρόπο που εγκρίνετε. Για παράδειγμα, ορισμένα δείχνουν τους μεγάλους να περπατάνε μέσα στο σπίτι γυμνοί κι αυτό ίσως να είναι κάτι που δεν αντικατοπτρίζει τις δικές σας οικογενειακές αξίες. Άλλα βιβλία, πάλι, μπορεί να χρησιμοποιούν όρους σχετικούς με το σεξ τους οποίους εσείς δε θα χρησιμοποιούσατε κι αυτό ίσως να δημιουργήσει κάποια σύγχυση. Διαβάστε το βιβλίο από την αρχή ως το τέλος του προτού το επιλέξετε για το παιδί σας.
  6. Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση είναι μια διαδικασία που κρατά ολόκληρη ζωή με ή χωρίς την καθοδήγηση των γονέων. Αν χρησιμοποιείτε τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται για να μιλήσετε με το παιδί σας για το σεξ, τότε εκείνο θα αποκτήσει μια ιδέα περί τίνος ακριβώς πρόκειται ώσπου να συμπληρώσει τα 7 ή τα 8 του χρόνια. Αν όμως το αποθαρρύνετε από τέτοιες συζητήσεις τα πρώτα χρόνια, το αφήνετε εκτεθειμένο στην επιρροή των λανθασμένων πληροφοριών που θα πάρει στο προαύλιο του σχολείου.

Συμπερασματικά:

Τη διήγηση γύρω από τη γέννηση του αν­θρώπου πρέπει να την προσαρμόζουν οι γονείς στην η­λικία και στο επίπεδο ωριμότητας του κάθε παιδιού.

Η Μυρτώ Νίλσεν (2002) περιγράφει πολύ εύστοχα τη σκέψη των παιδιών, η οποία δεν σέβεται τη χρονολογική σειρά των γεγονότων, αλλά ταξιδεύει στο ρυθμό της δικής τους φαντασίας. Πιο αναλυτικά, το πρωταρχικό ενδιαφέρον τους σε σχέση με το «πώς γίνονται τα παιδιά» είναι το πώς με­γαλώνει το μωρό μέσα στην κοιλιά της μητέρας του.Φαντασιώνουν τη μήτρα σαν ένα χώρο κλειστό και ζεστό, λί­γο σαν τα σπίτια που φτιάχνουν όταν ρίχνουν μια κουβέρτα πάνω σε ένα τραπέζι ή σε μια αναποδογυρισμένη καρέκλα και χώνονται από κάτω. Και μαγεύονται όταν ακούσουν τη φανταστική ιστορία για το τοσοδά μικρό σποράκι που σι­γά σιγά αποκτάει κεφάλι και σώμα, και μετά χέρια και πό­δια, και μάτια και αυτιά, και στο τέλος μαλλιά και νύχια… «Έτσι έγινα κι εγώ», σκέπτονται γοητευμένα.

Αυτή η πρώτη πληροφόρηση συνήθως αρκεί για τα νή­πια και τα μικρότερα παιδιά. Σύντομα όμως θα αναρωτη­θούν και για το πώς βγαίνουν τα μωρά από εκεί μέσα, αλλά γρήγορα πάλι θα ησυχάσουν, όταν μάθουν ότι οι μαμάδες έ­χουν κοντά στο πιπί τους και μια άλλη μικρή τρύπα, που, όταν είναι έτοιμο πια το μωρό να έρθει στον κόσμο, ανοί­γει, σαν μια μικρή πόρτα, και το αφήνει να βγει στο φως.

Αργότερα, και μόνο αφού έχουν ξεκαθαρίσει τις παραπά­νω απορίες τους, τα λίγο μεγαλύτερα παιδιά θα ενδιαφερ­θούν να μάθουν και το πώς μπαίνει το σποράκι στην κοιλιά της μητέρας. Σε τούτη τη φάση της πνευματικής τους εξέλιξης, τα παιδιά στις μέρες μας αποκτούν αρκετές από τις σχετι­κές γνώσεις μέσα από τις ερωτικές σκηνές που βλέπουν στην τηλεόραση, οι οποίες όμως συνήθως διαδραματίζονται μέ­σα σε ένα κλίμα αγριότητας και βίας.

Υπάρχουν στην αγορά πολλά βιβλία με σχέδια, ζωγραφιές ή φωτογραφίες και κείμενα σαφή, απλά και προσαρ­μοσμένα στις διάφορες ηλικίες των παιδιών, που μπορεί να βοηθήσουν τους πιο συνεσταλμένους γονείς να διηγηθούν στα παιδιά τους το παραμύθι του έρωτα και της ζωής. Ο τρόπος με τον οποίο θα τους πουν αυτό το παραμύθι θα α­ποκαλύψει τη δική τους σχέση με τον έρωτα και τη ζωή. Μερικοί θα το πουν με αμηχανία, άλλοι με χλευασμό, άλλοι πάλι σαν έναν ύμνο στη ζωή. Και τα παιδιά, όπως γίνεται συνήθως, θα υιοθετήσουν, ατόφια και ανεπεξέργαστη, τη στάση των γονιών τους.

Βιβλιογραφία:

  • Νίλσεν, Μ. (2002). Η τέχνη να είσαι γονιός (σσ. 131-142), 3η έκδ. Αθήνα: Καστανιώτη.
  • Woolfson, R. C. (1999). Λεξικό της Ψυχικής Υγείας του Παιδιού (σσ. 258-262). Αθήνα: Περίπλους.
  • Το βιβλίο της Γραμμής-Σύνδεσμος για τους γονείς (2007). Πώς να μιλήσετε σε ένα παιδί για … (Ι. Τσιάντης, Επιστ. Εποπτ., & Δ. Τζίκας & Σ. Βγενοπούλου, Επιστ. Επιμ.). Αθήνα: Ε.Ψ.Υ.Π.Ε./ Κοάν.
  • Ενημερωτικό φυλλάδιο “Nelle Says”. Ευρωπαϊκή Εταιρεία Περιγεννητικής Ιατρικής.

Χρήσιμοι σύνδεσμοι:

Περισσοτερα

Ψυχολογία θανάτου Β΄- Η αντίληψη του θανάτου σε παιδιά με καταληκτικές ασθένειες

Η Myra Bluebond-Langner (1977), στην έρευνά της με παιδιά με καταληκτικές ασθένειες, διατύπωσε την άποψη ότι τα παιδιά που πάσχουν από απειλητική για τη ζωή τους ασθένεια αντιλαμβάνονται ότι θα πεθάνουν και κατανοούν το θάνατο με τον ίδιο τρόπο που τον αντιλαμβάνονται και οι ενήλικες. Συγκεκριμένα, προσπάθησε να διερευνήσει:

  1. πώς τα παιδιά αυτά αντιλαμβάνονται ότι θα πεθάνουν
  2. τι σημαίνει για αυτά τα παιδιά ο θάνατος
  3. με ποιο τρόπο επικοινωνούν τις απόψεις τους

Ο δρόμος που το παιδί που έχει π.χ. λευχαιμία συλλέγει πληροφορίες για την κατάστασή του εμπεριέχει εμπειρίες οι οποίες αφορούν τον κόσμο της ασθένειας, καθώς και αλλαγή στην εικόνα εαυτού (βλ. Πίν. 1 και Πίν. 2).

Στάδια συλλογής πληροφοριών για τον κόσμο της ασθένειας:

illnessΣτάδιο 1: κατά την περίοδο της διάγνωσης,το παιδί μαθαίνει ότι «αυτό» που έχει (δεν γνωρίζουν όλα τα παιδιά το όνομα της ασθένειας) είναι μια σοβαρή ασθένεια.

Στάδιο 2: το παιδί, όσο βρίσκεται υπό θεραπεία, γνωρίζει τι φάρμακα χρησιμοποιούνται και με τι επιπτώσεις.

Στάδιο 3: με την πρώτη υποτροπή και την έναρξη νέας θεραπευτικής αγωγής, το παιδί γνωρίζει τις ειδικές διαδικασίες που χρειάζεται να ακολουθηθούν για να χορηγηθούν τα φάρμακα, τα επιπλέον φάρμακα που μπορεί να χρειασθούν για τις παρενέργειες των πρώτων φαρμάκων, ποια συμπτώματα απαιτούν ποια φάρμακα, καθώς και τη σχέση του κάθε συμπτώματος με την διαδικασία. Το παιδί σε αυτό το στάδιο βλέπει την κάθε θεραπεία σαν ένα ξεχωριστό γεγονός.

Στάδιο 4: το παιδί βάζει τις θεραπείες, τις διαδικασίες και τα συμπτώματα σε μια ευρύτερη προοπτική, σε έναν κύκλο υποτροπών και βελτιώσεων και ωθείται στο συμπέρασμα ότι δεν θα γίνει ποτέ καλά.

Στάδιο 5: το παιδί αντιλαμβάνεται ότι είναι συγκεκριμένος ο αριθμός των φαρμάκων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και όταν τα φάρμακα αυτά δεν είναι πλέον αποτελεσματικά επέρχεται ο θάνατος.

Καθώς τα παιδιά διέρχονται αυτά τα 5 στάδια της συλλογής πληροφοριών για τη ασθένεια περνάνε και πέντε διαφορετικά στάδια όπου ορίζουν τον εαυτό τους.

 

Στάδια αλλαγής της εικόνας εαυτού:

Στάδιο 1: όταν μαθαίνει ότι πάσχει από μια σοβαρή ασθένεια αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως σοβαρά άρρωστο σχεδόν αμέσως.

Στάδιο 2: όπου θεωρεί ότι είναι μεν σοβαρά άρρωστο, αλλά θα γίνει καλύτερα όταν έχει μιλήσει με άλλα παιδιά που έχουν π.χ. λευχαιμία και πηγαίνουν καλύτερα.

Στάδιο 3: η πρώτη υποτροπή είναι για το παιδί μια καινούργια εμπειρία και το ωθεί στο στάδιο 3 όπου γνωρίζει ότι θα είναι πάντα άρρωστο, αλλά θα γίνεται καλύτερα. Παραμένει στο στάδιο 3 μέχρι να βιώσει πολλές υποτροπές και όπου πολλές φορές πάει καλύτερα.

Στάδιο 4: τότε σταδιακά μετακινείται προς το στάδιο 4, όπου γνωρίζει ότι θα είναι πάντοτε άρρωστο και δεν θα γίνεται καλύτερα.

Στάδιο 5: όταν πληροφορηθεί ή δει το θάνατο ενός παιδιού που έπασχε από την ίδια ασθένεια (π.χ. λευχαιμία) μεταβαίνει στο στάδιο 5, όπου γνωρίζει ότι η ασθένεια του οδηγεί στο θάνατο και ότι θα πεθάνει.

Η εμπειρία της απειλητικής για τη ζωή ασθένειας στους γονείς

Διερευνώντας τα συναισθήματα των γονέων σε αυτή τη φάση εκ των υστέρων μπορεί κανείς να πληροφορηθεί για τον τρόπο που οι γονείς και τα παιδιά αντιδρούν στην ασθένεια του παιδιού:

1. Η προ της διάγνωσης φάσηΕίναι η περίοδος όπου υπάρχει η υποψία για την ασθένεια μέχρι να υπάρξει ιατρική διάγνωση. Συχνά αυτή η φάση χαρακτηρίζεται από ενοχή. Έχουν καταγραφεί 6 τύποι ενοχών:

  1. Φταίω εγώ που αυτό συμβαίνει στο παιδί μου. Δεν κατάφερα να το προστατέψω.
  2. Δεν στάθηκα όπως θα έπρεπε στο παιδί μου.
  3. Δεν κατάφερα να σταθώ στο ύψος του τι σημαίνει γονέας για την κοινωνία, αλλά και για μένα.
  4. Είναι αυτό τιμωρία για κάτι που έκανα;
  5. Είναι φοβερό ότι το παιδί μου βιώνει αυτή την ασθένεια και όχι εγώ.
  6. Πρέπει να έχω ενοχές για το πώς ένιωσα όταν έγινε η διάγνωση στο παιδί μου;

2. Διαγνωστική φάσηΑυτή η φάση μπορεί να διαρκέσει ίσως και βδομάδες και εστιάζεται γύρω από την κρίση της διάγνωσης. Οι περισσότερες οικογένειες αναφέρουν ότι αυτή η φάση είναι πολύ τραυματική και συγκρίνεται μόνο με τον θάνατο. Για πολλές οικογένειες η διάγνωση αποτελεί το διαχωρισμό μεταξύ δύο τύπων ζωής: 1) τον προ της διάγνωσης και 2) τον μετά τη διάγνωση. Η ζωή είναι για πάντα διαφορετική μετά τη διάγνωση.

3. Η Χρόνια φάση: Η φάση αυτή χαρακτηρίζεται από τις θεραπείες. Οι οικογένειες αγωνίζονται να ζήσουν με τα προβλήματα που δημιουργεί η ασθένεια. Καθώς η ασθένεια παρατείνεται, η κοινωνική υποστήριξη μειώνεται και οι οικογένειες αισθάνονται απομονωμένες.

4. Καταληκτική φάση: Σε αυτή τη φάση ο στόχος της θεραπείας είναι η μείωση της δυσφορίας και η καλύτερη ποιότητα της ζωής.

5. Η φάση της αποκατάστασης: Ακόμα και οι ασθένειες οι απειλητικές για τη ζωή δεν καταλήγουν όλες σε θάνατο. Ωστόσο, ακόμα και όταν γίνονται καλά τα παιδιά πρέπει να μάθουν να ζουν με τις επιπτώσεις της εμπειρίας. Πρέπει ίσως το παιδί να μάθει να ζει με μια συνεχή απειλή για τη ζωή του.

Τα παιδιά που αντιμετωπίζουν μια απειλητική για τη ζωή τους ασθένεια αντιμετωπίζουν τα ίδια σωματικά, ψυχολογικά, κοινωνικά και πνευματικά προβλήματα πουν αντιμετωπίζουν και οι ενήλικες με απειλητική για τη ζωή τους ασθένεια. Όμως, υπάρχουν δύο σημαντικές διαφορές που αφορούν:

Α. Την πληροφόρηση και την επικοινωνία

Β. Τα αναπτυξιακά ζητήματα που συνδέονται με την παιδική ηλικία.

 

Α. Πληροφόρηση και επικοινωνία

Για τους ενήλικες είναι σωστό να δίδονται ακριβείς πληροφορίες για τη ασθένεια και η πρακτική αυτή ακολουθείται τουλάχιστον στις ΗΠΑ και στα άλλα αναπτυγμένα κράτη. Όσον αφορά όμως στα παιδιά, οι ενήλικες μπορεί να αποφασίσουν να μην κοινοποιήσουν τις πληροφορίες για την ασθένεια στα παιδιά. Συχνά οι γονείς φοβούνται ότι η αλήθεια μπορεί να αποκαρδιώσει το παιδί.

Ωστόσο, η έρευνα έδειξε (Bluebond-Langner, 1978; Doka, 1982) ότι αυτές οι προσπάθειες να προστατευθούν τα παιδιά είναι συχνά μάταιες:

  1. Πρώτον, τα παιδιά μπορεί να αποκτήσουν μεγάλη ιατρική γνώση. Κυρίως στη μέση παιδική ηλικία έχουν μελετήσει ασθένειες, ίσως έχουν έρθει σε επαφή με ασθένειες άλλων και έχουν πληροφορηθεί και για ασθένειες από την τηλεόραση.
  2. Δεύτερον, τα παιδιά αισθάνονται τις αγωνίες που έχουν οι άλλοι γύρω τους. Βλέπουν ότι κάποιες συζητήσεις σταματούν μόλις εκείνα εμφανίζονται. Παρατηρούν ότι συγγενείς και φίλοι έρχονται να τους επισκεφθούν από πολύ μακριά. Βλέπουν τους χώρους στους οποίους νοσηλεύονται και γνωρίζουν τι τύπου ασθενείς νοσηλεύονται σε αυτές τις μονάδες.
  3. Τρίτον, τα παιδιά πληροφορούνται από τους συνομηλίκους τους.
  4. Τέλος, τα παιδιά αντιδρούν και στα εσωτερικά τους μηνύματα. Αισθάνονται πιο αδύναμα και πιο άρρωστα (βλ. βιβλ. Αγαπητέ Θεέ).
Το να κρατάμε τις πληροφορίες από τα παιδιά μπορεί να είναι πολύ αρνητικό. Μπορεί να εμποδίσουμε το παιδί από το να βρει στήριξη. Μπορεί να μειώσει τις επαφές με άλλους ή να τις καταστήσει προβληματικές. Μπορεί να διαρρήξει το αίσθημα εμπιστοσύνης του παιδιού προς τους γονείς του.

Όταν κανείς αποφασίσει να μιλήσει σε ένα παιδί πρέπει να λάβει υπόψη του:

  1. Τι χρειάζεται το παιδί να γνωρίζει
  2. Τι θέλει το παιδί να γνωρίζει
  3. Τι καταλαβαίνει ένα παιδί
  1. Τι χρειάζεται να γνωρίζει ένα παιδίΓια να έχει το παιδί μια αίσθηση συμμετοχής και ελέγχου πρέπει να ξέρει τι συμβαίνει και τι πρόκειται να συμβεί. Επίσης, το παιδί πρέπει να παίρνει πληροφορίες που αφορούν τη συγκεκριμένη φάση της ασθένειας. Για παράδειγμα, στη φάση της διάγνωσης, το παιδί δεν χρειάζεται να γνωρίζει τις μακροπρόθεσμες εξελίξεις της ασθένειας, αλλά πρέπει να γνωρίζει τις βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις. Επιπλέον, το παιδί πρέπει να γνωρίζει τι πρέπει να γίνει. Το να εξηγούμε τι πρέπει να κάνουμε και τις παρενέργειες αυτών που θα κάνουμε δίνει μια αίσθηση ελέγχου σε μια φάση που δημιουργεί φόβο.
  2. Τι θέλει το παιδί να γνωρίζειΟι ερωτήσεις του παιδιού είναι ενδείξεις του τι θέλει το παιδί να ακούσει. Οι ενήλικες πρέπει να αποσαφηνίζουν τις ερωτήσεις των παιδιών. Ας πούμε η ερώτηση «θα πεθάνω;» μπορεί να δηλώνει την ανάγκη για πληροφόρηση ή την επιθυμία να καθησυχάσει το παιδί ή μπορεί να δηλώνει και τα δύο. Το να μιλάμε για την ερώτηση στην απάντηση, αντί να απαντάμε αμέσως, είναι συνήθως ο καλύτερος τρόπος για να καταλάβουμε τις ανησυχίες του παιδιού και να κρατήσουμε ανοιχτή την επικοινωνία μαζί του. Επίσης, πρέπει να ακούμε μήπως η ερώτηση δηλώνει κάτι που δεν ρωτάει το παιδί ευθέως. Ας πούμε μπορεί να ρωτάει «μήπως φταίω;»
  3. Τι μπορεί να καταλάβει ένα παιδίΌλα τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Καθώς μεγαλώνουν και αναπτύσσονται διαφοροποιούνται στο λεξιλόγιο, την κατανόηση αιτίου αιτιατού (αποτελέσματος), στην παρουσία ή απουσία της μαγικής σκέψης και στην κατανόηση αφηρημένων εννοιών. Επίσης, οι εμπειρίες ζωής που έχουν τα παιδιά μπορεί να διαφέρουν. Είναι ευκολότερο να εξηγήσει κανείς σε κάποιον που έχει εμπειρία ασθένειας μια ασθένεια, από ότι σε κάποιον που αγνοεί την ασθένεια.

Β. Αναπτυξιακά ζητήματα

Η δεύτερη μεγάλη διαφορά μεταξύ ενηλίκων και παιδιών που αντιμετωπίζουν μια απειλητική για τη ζωή τους ασθένεια είναι ότι το αναπτυξιακό στάδιο της παιδικής ηλικίας θα επηρεάσει την όλη εμπειρία της ασθένειας. Το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού θα επηρεάσει και το πώς αυτό θα αντιδράσει στην ασθένεια και το πώς η εμπειρία της ασθένειας θα επηρεάσει την μετέπειτα εξέλιξη του παιδιού. Πιο αναλυτικά:

Στη βρεφική ηλικία, οι περίοδοι αποχωρισμών, η αλλαγή του περιβάλλοντος με τα νοσοκομεία και οι ακατανόητες ιατρικές διαδικασίες μπορεί να επηρεάσουν τις σχέσεις δεσμού του παιδιού και την αναπτυσσόμενη εμπιστοσύνη του.

Στην προσχολική περίοδο, καθώς το παιδί μεγαλώνει, οι σωματικοί περιορισμοί λόγω της ασθένειας και της θεραπείας αλλά και της γονικής υπερπροστασίας, μπορεί να ανακόψει την αναπτυσσόμενη αυτονομία του παιδιού. Επιπλέον, οι αναγκαίοι για την προσχολική περίοδο γονικοί περιορισμοί μπορεί να ανακοπούν λόγω της ασθένειας του παιδιού. Οι γονείς μπορεί να είναι ασυνεπείς στην επιβολή πειθαρχίας, δηλ. κάποιες φορές είναι πολύ ελαστικοί και κάποιες άλλες πολύ αυστηροί ανάλογα με την κατάσταση της υγείας του παιδιού. Αυτό μπορεί να περιορίσει την εξερεύνηση του περιβάλλοντος από τα παιδιά, καθώς και την αναγνώριση των παιδιών ότι υπάρχουν όρια. Επίσης, οι γονείς μπορεί να έχουν συνεχή αγωνία για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της ασθένειας.

Στη σχολική ηλικία, το παιδί θα πρέπει να διαχειρισθεί την ασθένειά του μέσα στο σχολείο. Αυτό μπορεί να είναι προβληματικό. Πρώτον, γιατί οι συνεχείς διακοπές από το σχολείο και οι παρενέργειες των φαρμάκων μπορεί να επηρεάσουν τη σχολική επίδοση. Δεύτερον, μπορεί να μην μπορεί το παιδί να παρακολουθήσει το σχολείο λόγω των θεραπειών. Τρίτον, το σχολείο αναμιγνύει τα άρρωστα παιδιά με τα υγιή. Αυτό μπορεί να είναι θετικό, αλλά μπορεί να είναι και αρνητικό. Θετικό γιατί το παιδί αισθάνεται ότι δεν διαφέρει, αρνητικό γιατί μπορεί να αισθάνεται πολύ διαφορετικό από τα άλλα παιδιά ή τα παιδιά μπορεί να του μεταφέρουν ανησυχητικές πληροφορίες. Τέλος, ένα σημαντικό θέμα που επηρεάζει την εμπειρία της απειλητικής για τη ζωή ασθένεια είναι η φύση της ασθένειας.

  • Κάθε ασθένεια θέτει κάποια συγκεκριμένα ζητήματα.
  • Και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο κόσμος την ασθένεια θα επηρεάσει και τον τρόπο με τον οποίο το παιδί θα νοιώσει το στίγμα, την υποστήριξη.
ΗΘΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΕΙΑ

Το δικαίωμα του ασθενούς να γνωρίζει και να αποφασίζει

Σχετικά με την ενημέρωση του παιδιού για την αρρώστια, τη θεραπεία και την πρόγνωση, μερικοί γονείς υιοθετούν προστατευτική στάση, αποφεύγοντας να ενημερώσουν το παιδί τους, ενώ άλλοι προωθούν μια ανοιχτή επικοινωνία, παρά τις δυσκολίες που μια παρόμοια τακτική ενδεχόμενα παρουσιάζει ( η τακτική της ενημέρωσης ακολουθείται κυρίως στις ΗΠΑ και σε άλλα αναπτυγμένα κράτη). Εκείνο που συμβαίνει στην Ελλάδα και μας αφορά άμεσα, είναι οι περισσότεροι γονείς και τα μέλη του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού να υιοθετούν προστατευτική στάση, αποφεύγοντας να ενημερώσουν το παιδί που πάσχει από μία απειλητική για τη ζωή του αρρώστια (Papadatou, Yfantopoulos, & Kosmidis, 1996). Εκείνο, με τη σειρά του, αντιλαμβάνεται ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει, αλλά καθώς στερείται ουσιαστικής υποστήριξης, απομονώνεται σ’ ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από συνομωσία σιωπής ή εγκλωβίζεται μέσα σε ένα κλίμα προσποίησης.

Συνήθως το παιδί με το χρόνιο νόσημα και η μητέρα του διαμορφώνουν μια στενή σχέση μέσα από την οποία αλληλοπροστατεύονται. Σε μεγάλο βαθμό, η μητέρα μονοπωλεί την παροχή υποστήριξης προς το παιδί στις κρίσιμες φάσεις της αρρώστιας. Δημιουργεί ένα μικρόκοσμο, μέσα στον οποίο απομονώνεται μαζί με το παιδί της, γεγονός που διαταράσσει τη δυναμική των σχέσεων ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, με αποτέλεσμα να αλλάζουν ακόμα και οι ρόλοι (Kabale, 1990, ό. α. στο Παπαδάτου & Αναγνωστόπουλος, 1999). Επιπρόσθετα, μεγάλες είναι και οι ανάγκες αδελφών του άρρωστου παιδιού. Αγνοημένα και στερημένα της φροντίδας των γονιών τους, συχνά τα αδέλφια του άρρωστου παιδιού εμφανίζουν οργανικά ή προβλήματα συμπεριφοράς που εκδηλώνονται στο σχολείο ή στο σπίτι. Η παρατεταμένη παραμέληση των αναγκών τους μπορεί να έχει σοβαρές και μακροχρόνιες αρνητικές επιπτώσεις στη γενικότερη ψυχοκοινωνική τους εξέλιξη, γεγονός που υπογραμμίζει την αναγκαιότητα μιας έγκαιρης ψυχολογικής παρέμβασης από την πρώτη στιγμή της διάγνωσης (Sourkes, 1981∙ McKeever, 1983, ό. α. στο Παπαδάτου & Αναγνωστόπουλος, 1999).

Βιβλιογραφία:

  • Bluebond-Langner, M. (1977). Meanings of Death to Children. In H. Feifel (Ed.), New Meanings of Death (pp. 47-66). N. Y.: McGraw-Hill.
  • hospitalΣμίτ, Ε. Ε. (2002). Αγαπητέ Θεέ (Αχ. Κυριακίδης Μετάφρ., 5η έκδ.). Αθήνα: Όπερα (***Σημείωση: η εικόνα του κειμένου ανήκει στο εξώφυλλο του βιβλίου).
  • Παπαδάτου, Δ. (1986). Το παιδί με τη χρόνια αρρώστια μπρος στο θάνατο. Στο Φ. Αναγνωστόπουλος & Δ. Παπαδάτου (Επιμ.), Ψυχολογική προσέγγιση ατόμων με καρκίνο (σσ. 219-229). Αθήνα: Φλόγα.
  • Papadatou, D., Yfantopoulos, J. & Kosmides, H. (1996). Child dying at home or in hospital: Experiences of Greek mothers. Death Studies, 20(3), 215-236.
  • Παπαδάτου, Δ. (1999). Το παιδί με τη χρόνια σοβαρή αρρώστια και η οικογένεια του. Στο Δ. Παπαδάτου & Φ. Αναγνωστόπουλος (Επιμ.), Η Ψυχολογία στο χώρο της Υγείας (σσ. 215-241), θ΄ έκδ. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. (***Σημείωση: οι Πίνακες του κειμένου ανήκουν στο παραπάνω βιβλίο).
  • Παπαληγούρα Ζαΐρα. Η Ψυχολογία του Θανάτου και του Πένθους, Corpus 2007, Α.Π.Θ. Θεσσαλονίκη: Ξηρογραφία.
  • Το βιβλίο της Γραμμής-Σύνδεσμος για τους γονείς (2007). Πώς να μιλήσετε σε ένα παιδί για … (Ι. Τσιάντης, Επιστ. Εποπτ., & Δ. Τζίκας & Σ. Βγενοπούλου, Επιστ. Επιμ.). Αθήνα: Ε.Ψ.Υ.Π.Ε./ Κοάν.

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι:

  • www.merimna.org.gr (Εταιρεία για τη Φροντίδα Παιδιών και Οικογενειών στην Αρρώστια και το Θάνατο).
  • www.iwgddb.org (International Work Group on Death Dying & Bereavement – Η Διεθνής Ομάδα Εργασίας γύρω από το θάνατο, την πορεία προς το θάνατο και το πένθος).
  • www.adec.org (The Association for Death Education and Counseling – Η Εταιρεία Εκπαίδευσης και Συμβουλευτικής σε θέματα θανάτου).
  • www.nhpco.org (National Hοspice Organization – Εθνικός Οργανισμός Φροντίδας στα τελικά στάδια ζωής του ανθρώπου).

 

Περισσοτερα

Ηθικά ζητήματα και θάνατος

ΗΘΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Α. Τα δικαιώματα του αρρώστου που πεθαίνει

  1. Το δικαίωμα να αντιμετωπίζεται με σεβασμό και αξιοπρέπεια.
  2. Το δικαίωμα να είναι αποδέκτης της φροντίδας και προσοχής των μελών του προσωπικού υγείας, ακόμα και όταν ο στόχος δεν είναι πλέον η θεραπεία, αλλά η ανακούφιση και η υποστήριξη.
  3. Το δικαίωμα να είναι αποδέκτης εξειδικευμένης φροντίδας που του παρέχει ικανό προσωπικό, ευαισθητοποιημένο τόσο στις ανάγκες του αρρώστου που πεθαίνει, όσο και στις ανάγκες του συγγενικού και φιλικού του περιβάλλοντος.
  4. Το δικαίωμα να ανακουφίζεται – όσο είναι εφικτό – από ενδεχόμενο οργανικό πόνο.
  5. Το δικαίωμα να μην εγκαταλείπεται για να πεθάνει μόνος.
  6. Το δικαίωμα να παίρνει ειλικρινείς απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβάλλει και να συμμετέχει στη λήψη των αποφάσεων που τον αφορούν.
  7. Το δικαίωμα να διατηρεί την ατομικότητά του, έχοντας τη δυνατότητα να εκφράσει τα συναισθήματα και τις σκέψεις του σχετικά με το θάνατο, χωρίς να κρίνεται γι’ αυτά.
  8. Το δικαίωμα να διατηρεί την ελπίδα του, οποιαδήποτε κι αν είναι η μορφή και το περιεχόμενο της.
  9. Το δικαίωμα να βρίσκει κατάλληλη ανταπόκριση στις ψυχολογικές, κοινωνικές και πνευματικές του ανάγκες.
  10. Το δικαίωμα να αντιμετωπίζεται ΩΣ ΑΤΟΜΟ ΠΟΥ ΖΕΙ, που έχει συναισθήματα, σκέψεις, ανάγκες και επιθυμίες μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του.

Β. Ενημέρωση του αρρώστου

Η αποφυγή της ενημέρωσης του αρρώστου συμβαίνει συχνότερα σ’ εκείνες τις περιπτώσεις όπου η ασθένεια από την οποία πάσχει θεωρείται μη κατανοητή (μυστηριώδης) και συνοδεύεται από κοινωνικές προκαταλήψεις. Δυστυχώς, στην Ελλάδα, η τακτική που υιοθετείται τις περισσότερες φορές στη διάγνωση του καρκίνου είναι να γνωστοποιείται στην οικογένεια και όχι στον ίδιο τον ασθενή. Πρόκειται για μια τακτική αοριστολογίας που πηγάζει από την πεποίθηση ότι ο άρρωστος πρέπει να προφυλαχθεί από τη γνώση ότι μπορεί να πεθάνει. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Sontag (1993), η σύγχρονη άρνηση του θανάτου δεν δικαιολογεί τη συμπεριφορά του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού και των συγγενών που αποκρύπτουν την αλήθεια ή ψεύδονται. Οι αιτίες της μη ενημέρωσης φαίνεται να είναι πολύ βαθύτερες και άμεσα συνδεδεμένες με τους συμβολισμούς που αποδίδονται σε ορισμένες ασθένειες. Για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα, ένα άτομο που έχει υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου μπορεί να έχει τις ίδιες πιθανότητες να πεθάνει μέσα σε λίγα χρόνια από ένα νέο επεισόδιο με αυτές που έχει και ένα άτομο που πάσχει από καρκίνο. Παρ’ όλα αυτά, κανείς δεν κρύβει την αλήθεια από τον καρδιοπαθή, καθώς το έμφραγμα δεν θεωρείται γεγονός που προκαλεί ντροπή. Υποδηλώνει αδυναμία, οργανική βλάβη ή βιολογική ανεπάρκεια. Αντίθετα, η διάγνωση του καρκίνου αποκρύπτεται από τον άρρωστο, γιατί είναι μια ασθένεια που στην αντίληψη της ευρύτερης κοινωνίας ισοδυναμεί με θανατική καταδίκη και ταυτόχρονα θεωρείται αποτρόπαια και «κακιά» αρρώστια.

Επομένως, το εάν «πρέπει ή δεν πρέπει» να ενημερώνεται ο άρρωστος δεν αποτελεί δίλημμα αλλά ψευτοδίλημμα, αφού η πληροφόρηση σχετικά με την κατάσταση της υγείας του αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά του. Τόσο η «πλήρης», χωρίς ευαισθησία ενημέρωση, όσο και η παντελής απόκρυψη της αλήθειας έχουν σοβαρές αρνητικές συνέπειες και είναι το ίδιο τραυματικές. Και στις δύο περιπτώσεις ανταποκρίνονται περισσότερο στις ανάγκες του προσωπικού υγείας και λιγότερο σ’ εκείνες του αρρώστου.

Για να δεχθεί ο ασθενής την αρρώστια του, πρέπει να την ονομάσει, να την κατανοήσει και να διορθώσει τις εσφαλμένες αναπαραστάσεις που ενδεχόμενα τη συνοδεύουν. Το πραγματικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι «πώς» το προσωπικό υγείας θα ενημερώσει το συγκεκριμένο ασθενή και όχι «αν» θα τον ενημερώσει.

Συνοψίζοντας τα όσα ειπώθηκαν παραπάνω, η αναγγελία «δυσάρεστων ειδήσεων» πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνεται η κατανόηση και η αποδοχή τους, ενώ ταυτόχρονα να μειώνεται η πιθανότητα αντιδράσεων άρνησης, αποδιοργάνωσης, αμφιθυμίας ή η υιοθέτηση παράλογων προσδοκιών. Όταν ο επαγγελματίας της υγείας εξατομικεύει την ενημέρωση, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του ένα σύνολο παραγόντων που περιλαμβάνουν την ηλικία, το κοινωνικομορφωτικό επίπεδο, τις ανάγκες του αρρώστου για πληροφόρηση, την ψυχολογική του κατάσταση και τη διαθεσιμότητα του υποστηρικτικού του δικτύου (οικογένεια, συγγενείς, φίλοι).

Συμπερασματικά

Το πόσο σημαντικό είναι να ενημερώνεται ο άρρωστος για την ασθένεια που έχει, έτσι ώστε να είναι σε θέση να μιλήσει γι’ αυτό και να μοιραστεί την αγωνία, το φόβο και την ανησυχίες του με άτομα που είναι πρόθυμα να τον ακούσουν, αποτυπώνεται πολύ εύστοχα από τον Irvin Yalom (2003, 2008). Στις ειδικές ψυχοθεραπευτικές ομάδες που συντόνιζε ο Yalom για την αντιμετώπιση του θανάτου, και στις οποίες συμμετείχαν ασθενείς με καρκίνο που ήταν ενημερωμένοι για την κατάσταση της υγείας τους, του μιλούσαν συχνά για τη μεγάλη ανακούφιση που τους έφερνε το γεγονός ότι βρίσκονταν μαζί με άλλους, οι οποίοι, επειδή ακριβώς βρίσκονταν στην ίδια θέση, τους πρόσφεραν έναν βαθύ σύνδεσμο, μια βαθιά ανθρώπινη επαφή. Ένας απ’ αυτούς τους ασθενείς έδωσε μια υπέροχη περιγραφή του «συνδέσμου», της βαθιάς ανθρώπινης επαφής, που απαλύνει τον πόνο της παροδικότητας μας και βοηθάει να ξεπεράσουμε το φόβο του θανάτου.: «Είναι μια θεοσκότεινη νύχτα. Είμαι μόνη μου στη βάρκα μου που πλέει μέσα στο λιμάνι. Βλέπω τα φώτα πολλών άλλων πλοίων. Ξέρω ότι δεν μπορώ να τα φτάσω, δεν μπορώ να ενωθώ μαζί τους. Ξέρω πως είμαστε όλοι πλοία που ταξιδεύουμε στο σκοτάδι κι ότι ο καθένας από μας είναι ένα πλοίο μοναχικό. Κι όμως είναι τόσο ανακουφιστικό να βλέπεις τα φώτα των γειτονικών πλοίων να σκαμπανεβάζουν πλάι σου».

Βιβλιογραφία:

  • Παπαδάτου, Δ. (1999). Επικοινωνία προσωπικού υγείας με τον άρρωστο. Στο Δ. Παπαδάτου & Φ. Αναγνωστόπουλος, Η Ψυχολογία στο χώρο της Υγείας (σσ.175-194), θ΄ έκδ. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Παπαληγούρα Ζαΐρα. Η Ψυχολογία του Θανάτου και του Πένθους, Corpus 2007, Α.Π.Θ. Θεσσαλονίκη: Ξηρογραφία.
  • Sontag, S. (1993). Η Νόσος ως Μεταφορά – Το AIDS και οι Μεταφορές του. Αθήνα: Ύψιλον.
  • Yalom, I. D. (2003). Θρησκεία και Ψυχιατρική. Αθήνα: Άγρα.
  • Yalom, I. D. (2008). Στον Κήπο του Επίκουρου. Αθήνα: Άγρα.

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι:

  • www.merimna.org.gr (Εταιρεία για τη Φροντίδα Παιδιών και Οικογενειών στην Αρρώστια και το Θάνατο).
  • www.iwgddb.org (International Work Group on Death Dying & Bereavement – Η Διεθνής Ομάδα Εργασίας γύρω από το θάνατο, την πορεία προς το θάνατο και το πένθος).
  • www.adec.org (The Association for Death Education and Counseling – Η Εταιρεία Εκπαίδευσης και Συμβουλευτικής σε θέματα θανάτου).
  • www.nhpco.org (National Hοspice Organization – Εθνικός Οργανισμός Φροντίδας στα τελικά στάδια ζωής του ανθρώπου).

 

Περισσοτερα

Ψυχολογία θανάτου Α΄ – Η αντιμετώπιση του θνήσκειν

Το Θνήσκειν

Οι άνθρωποι που πεθαίνουν είναι ζωντανοί.

Η αντιμετώπιση ενός γεγονότος εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο το άτομο έχει μάθει να αντιμετωπίζει διάφορες καταστάσεις στη ζωή του. Στην αντιμετώπιση του θνήσκειν ο πρώτος που σκεπτόμαστε είναι ο άνθρωπος που πεθαίνει, χωρίς όμως να είναι ο μόνος. Είναι η οικογένεια του ανθρώπου που πεθαίνει, οι φίλοι του, καθώς και το ιατρικό/νοσηλευτικό προσωπικό.

Στην αντιμετώπιση του θανάτου υπάρχουν δύο καθοριστικοί παράγοντες:

  • Η πορεία προς το θάνατο
  • και αν όσοι εμπλέκονται γνωρίζουν τα γεγονότα και τα συζητούν.

Η πορεία προς το θάνατο μπορεί να είναι αργή, σταδιακή με ένα ιστορικό υποτροπών ή μπορεί να είναι βραχεία. Το πόσο ενημερωμένος είναι ο άνθρωπος που πεθαίνει επηρεάζει τις κοινωνικές του σχέσεις αλλά και την αντιμετώπισή του.

Α. Η πορεία του ατόμου προς το θάνατο

Το πιο γνωστό μοντέλο στην αντιμετώπιση του θανάτου είναι της ψυχιάτρου Elizabeth Kübler Ross (1969). Σύμφωνα με την Kübler Ross η ψυχική διεργασία που βιώνει το άτομο καθώς πορεύεται προς το θάνατο χαρακτηρίζεται από πέντε στάδια:

  1. Στάδιο της άρνησης («Όχι! Δεν μπορεί να συμβαίνει σε μένα αυτό. Κάποιο λάθος θα έγινε στη διάγνωση…»). Στην αρχική φάση η άρνηση αποτελεί ένα φυσιολογικό μηχανισμό άμυνας που λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας για το άτομο το οποίο αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ως απειλητική ή οδυνηρή. Έτσι λοιπόν αρνείται το γεγονός της αρρώστιας ή και των επιπτώσεών της. Υπάρχουν διάφορα επίπεδα άρνησης: άρνηση που αφορά τα γεγονότα (συμπτώματα, διάγνωση, ενδείξεις υποτροπής/ αναπηρίας), άρνηση που αφορά τις επιπτώσεις της αρρώστιας, άρνηση που μπορεί να αφορά την πιθανότητα θανάτου. Στις αρχικές φάσεις της αρρώστιας η άρνηση αποτελεί μια συχνή και φυσιολογική αντίδραση. Μερικές φορές μάλιστα μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα, καθώς επιτρέπει στον άρρωστο να θέτει μακροπρόθεσμους στόχους και να προγραμματίζει τη ζωή του. Όταν όμως η άρνηση παρατείνεται μέσα στο χρόνο τότε μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες, καθώς μπορεί ο άρρωστος να μην τηρεί τις ιατρικές συμβουλές ή να πηγαίνει από γιατρό σε γιατρό μη αποδεχόμενος τη διάγνωση της αρρώστιας.
  2. Στάδιο του θυμού («Γιατί να τύχει αυτό το κακό σε εμένα;»). Αυτή η έκφραση συνοδεύεται από θυμό και πικρία που πηγάζει από μια βαθύτερη αίσθηση αδικίας, αδυναμίας και έλλειψης ελέγχου. Αποτελεί μια φυσιολογική αντίδραση ενός ανθρώπου που είναι υποχρεωμένο να δεχθεί ξαφνικά ότι η ζωή του άλλαξε ριζικά και το μέλλον του χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα. Κάθε «γιατί» κρύβει πίκρα και θυμό. Συχνά μεταθέτουν το θυμό τους προς τους άλλους (συγγενείς, φίλους, νοσηλευτικό προσωπικό) ή τον διοχετεύουν προς τον ίδιο τους τον εαυτό βιώνοντας έτσι έντονες ενοχές. Ο Doca (1993) διακρίνει τρεις μορφές ενοχών: α) Το άτομο με τη συμπεριφορά ή τον τρόπο ζωής του προκάλεσε την αρρώστια. β) Το άτομο ερμηνεύει την αρρώστια ως «τιμωρία» για μη αποδεκτές/ μη ηθικές πράξεις. γ) Επίσης, μπορεί να βιώνει ενοχές για τις ευκαιρίες που έχασε (π.χ. να κάνει παιδιά) και για τους στόχους που δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει. Οι ενοχές του συνδέονται με το γεγονός ότι αρρώστησε, ότι αποτελεί «βάρος» για την οικογένεια και ότι προκαλεί πόνο και θλίψη στους αγαπημένους του. Παρόλο που ο θυμός είναι ένα φυσιολογικό συναίσθημα δημιουργεί εντάσεις στις διαπροσωπικές σχέσεις με αποτέλεσμα να απομονώνει τον άρρωστο σε μια περίοδο που έχει ανάγκη υποστήριξης. Μερικές φορές ο θυμός χρησιμοποιείται εποικοδομητικά από τον άρρωστο και μπορεί μ’ αυτόν τον τρόπο να διεκδικεί ενημέρωση ή φροντίδα.
  3. Στάδιο διαπραγμάτευσης («Ναι μεν… αλλά….»). Η διαπραγμάτευση παρέχει στο άτομο τη ψευδαίσθηση ότι αποφεύγοντας ή επιδιώκοντας ορισμένες πράξεις μπορεί να καθυστερήσει ή να αποτρέψει την αρνητική εξέλιξη της αρρώστιας ή και το θάνατο. Η διαπραγμάτευση μπορεί να έχει θετικές επιπτώσεις όταν το άτομο υιοθετεί συμπεριφορές που βοηθούν την υγεία του, αλλά και αρνητικές όταν η πίστη του ατόμου στο Θεό ή στο γιατρό κλονίζεται και δεν έχει αυτή τη στήριξη που προσδοκούσε από την οποία να αντλεί δύναμη και κουράγιο.
  4. Στάδιο της κατάθλιψης («Ναι… η ζωή μου απειλείται, μπορεί να πεθάνω»). Ο άρρωστος αρχίζει να δέχεται πια ότι θα πεθάνει. Η κατάθλιψη μπορεί να είναι «αντιδραστική», όταν οφείλεται σε απώλειες που βιώνει μέσα στο παρόν, καθώς συγκρίνει πως ήταν στο παρελθόν και πώς είναι τώρα ή «προπαρασκευαστική», όταν αναλογίζεται τις επικείμενες απώλειες εν όψει της πιθανότητας του θανάτου (π.χ. επιδείνωση υγείας, αποχωρισμός από αγαπημένα πρόσωπα). Η κατάθλιψη εκδηλώνεται με διάφορα συμπτώματα όπως θλίψη, απώλεια ενέργειας, απαισιοδοξίας, απόγνωσης, απόσυρσης από κοινωνικές σχέσεις. Οι φυσιολογικές αυτές αντιδράσεις είναι παροδικές και όταν το άτομο ενθαρρύνεται να εκφράσει τα συναισθήματα του, έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να τα κατανοήσει, να τα αποδεχθεί και να λάβει τη στήριξη που χρειάζεται.
  5. Στάδιο της αποδοχής (« ……………..»). Στο στάδιο αυτό ο άρρωστος διακρίνεται από μια εσωτερική ηρεμία. Παύει να αγωνίζεται για να σωθεί και προοδευτικά συμφιλιώνεται με την ιδέα του θανάτου, χωρίς να παραιτείται από την επιδίωξη συνθηκών που του εξασφαλίζουν αξιοπρέπεια και ποιότητα στις τελευταίες μέρες της ζωής του. Η λεκτική επικοινωνία είναι συνήθως περιορισμένη, ενώ το βλέμμα και η συμπεριφορά του εκφράζουν την αποδοχή της κατάστασης του.

Η Kübler Ross ισχυρίζεται ότι τα προαναφερθέντα στάδια δεν διαδέχονται το ένα το άλλο αυστηρά, αλλά συχνά συνυπάρχουν ή επανεμφανίζονται σε διάφορες φάσεις της αρρώστιας. Στην ουσία αυτό που λέει η Kübler Ross είναι ότι ένα άτομο που πεθαίνει βιώνει μια στρεσσογόνο κατάσταση που προκαλεί έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις. Τρία είναι τα σημαντικά μηνύματα που προκύπτουν από τη θεωρία της:

  1. Κάθε άτομο που βρίσκεται στο τελικό στάδιο της ζωής του και πεθαίνει δεν παύει να είναι ένας ζωντανός οργανισμός που έχει ανάγκες, μεταξύ των οποίων και την ανάγκη να επιλύσει ορισμένες εκκρεμείς υποθέσεις προτού πεθάνει.
  2. Για να είμαστε αποτελεσματικοί στη φροντίδα που παρέχουμε στο άτομο που πεθαίνει πρέπει να είμαστε σε θέση να ακούμε προσεκτικά αυτό που εκφράζει άμεσα ή έμμεσα ή συμβολικά, και να καθοδηγούμαστε από τον ίδιο τον άρρωστο, αντί να οδηγούμε εμείς την πορεία του.
  3. Η ελπίδα του αρρώστου δεν χάνεται μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του, αλλά παίρνει άλλη μορφή. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να μην ελπίζει ότι θα γίνει καλά, αλλά ότι θα προλάβει να γυρίσει σπίτι του και να ζήσει το Χριστούγεννα μαζί με τους αγαπημένους του. Αυτές οι «μικρές ελπίδες» δίνουν νόημα και προοπτική στη ζωή που απομένει.

Το θεωρητικό μοντέλο της Kübler Ross δυστυχώς παρερμηνεύθηκε από μέλη του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, οι οποίοι προσπαθούν να ταξινομήσουν τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις κάθε αρρώστου στο ανάλογο στάδιο, παραβλέποντας πόσο μοναδικός και ανεπανάληπτος είναι κάθε άνθρωπος.

Μερικοί επιστήμονες, που έχουν κατά καιρούς ασκήσει κριτική στο μοντέλο της Kübler Ross, ισχυρίζονται ότι: 1) δεν έχουν γίνει έρευνες που να επαληθεύουν τα στάδια που περιγράφει η Kübler Ross, 2) η κλινική πράξη δεν επιβεβαιώνει ότι οι ασθενείς διέρχονται από το ένα στάδιο στο άλλο, και 3) η προσωπική ζωή του καθενός καθώς και τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο βιώνει την πορεία του προς το θάνατο παραγνωρίζονται.

Β. Η πορεία του ατόμου προς το θάνατο και η φροντίδα του

Μια πιο σύγχρονη θεώρηση σχετικά με την αντιμετώπιση της πορείας του ατόμου προς τον θάνατο είναι αυτή που προτείνει ο Charles Corr (1992), σύμφωνα με την οποία κάθε άτομο που πεθαίνει καλείται να αντιμετωπίσει ορισμένα καθήκοντα, έργα ή στόχους (tasks) σε τέσσερα βασικά επίπεδα:1) το οργανικό, 2) το ψυχολογικό, 3)το κοινωνικό, 4)το πνευματικό. Αυτή η προσέγγιση ουσιαστικά υποστηρίζει ότι το άτομο που πεθαίνει είναι ενεργό και ικανό να αποφασίζει ποιους στόχους θα θέσει, πότε και πως θα διευθετήσει τις προκλήσεις που προβάλλουν.

1. Οργανικό επίπεδο. Εδώ το άτομο καλείται να ικανοποιήσει βασικές σωματικές ανάγκες και συχνά τη δυσφορία. Πρέπει να αντιμετωπίσει τον πόνο, την τάση προς εμετό, τη δυσκοιλιότητα. Οι βιολογικές ανάγκες είναι σημαντικές γιατί επηρεάζουν και την ποιότητα της ζωής, αλλά και τη λειτουργία του ατόμου. Αναφορικά με τον πόνο, οι McCaffery και Bebee (ό. α. στο Παπαδάτου & Αναγνωστόπουλος, 1999) δίνουν τον εξής ορισμό:«πόνος είναι οτιδήποτε το άτομο λέει ότι βιώνει και υπάρχει οποτεδήποτε αναφέρει ότι υπάρχει». Πιο απλά, ο πόνος αποτελεί μια υποκειμενική εμπειρία που επηρεάζεται από ένα σύνολο ψυχολογικών παραγόντων. Μερικοί από αυτούς περιλαμβάνουν:

  1. Την ερμηνεία που δίνει το άτομο στον πόνο του η οποία με τη σειρά της επηρεάζει την ανοχή και τον τρόπο που αντιδρά σε αυτόν.
  2. Την προσοχή που επικεντρώνει στον πόνο του ή την απόσπαση της προσοχής με την ενασχόληση με δραστηριότητες ή και ενδιαφέροντα που μειώνουν την αίσθηση του πόνου.
  3. Το άγχος και την αίσθηση ελέγχου που μπορεί να ασκήσει πάνω στον πόνο.
  4. Τις προσδοκίες που έχει σχετικά με τις επιπτώσεις του πόνου και τη δυνατότητα ανακούφισης από τον πόνο.
  5. Τους πολιτισμικούς και κοινωνικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ερμηνεία, αντίληψη και ανοχή στον πόνο.
  6. Τη στάση του ατόμου πάνω στον πόνο που εκπηγάζει από παιδικές εμπειρίες και από μια διαδικασία μάθησης που προέκυψε στα πλαίσια αυτών των εμπειριών.

Η μελέτη του πόνου έχει απασχολήσει του επιστήμονες τα τελευταία χρόνια. Διακρίνουν δύο μεγάλες κατηγορίες πόνου:1) τον οξύ πόνο, και 2) το χρόνιο πόνο. Ο οξύς πόνοςείναι συνήθως παροδικός και οφείλεται σε κάποιο συγκεκριμένο τραυματισμό ή οργανική βλάβη. Μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμος, καθώς συμβάλλει στον προσδιορισμό της διάγνωσης και θεραπευτικής παρέμβασης και προστατεύει το άτομο από την έκθεση σε κίνδυνο. Σε αντίθεση, ο χρόνιος πόνος δεν εξυπηρετεί τις ίδιες λειτουργίες με τον οξύ, αφού παρεμβαίνει στην καθημερινή ζωή του ατόμου, προκαλεί μια σειρά από ψυχοκοινωνικά προβλήματα, και συνήθως, συνοδεύεται από αυξημένο άγχος και κατάθλιψη που με τη σειρά τους μεγεθύνουν την αίσθηση του πόνου και μειώνουν τα επίπεδα ανοχής σε αυτόν.

2. Ψυχολογικό επίπεδο, όπου το άτομο καλείται να ικανοποιήσει την ανάγκη του για αυτονομία, ψυχολογική ασφάλεια, αυτοέλεγχο. Ταυτόχρονα τα αισθήματα θυμού, θλίψης, άγχους, κατάθλιψης φέρνουν συχνά σε αμηχανία το προσωπικό υγείας. Η διεργασία του θρήνου είναι ιδιαίτερα χρήσιμη και σημαντική, γιατί επιτρέπει στο άτομο να προετοιμασθεί ψυχικά για τον επικείμενο θάνατό του. Η ενθάρρυνση στην έκφραση των οδυνηρών συναισθημάτων από το προσωπικό υγείας και η αναγνώριση του θρήνου χωρίς να κρίνουν, να συμβουλεύουν ή να επιβάλλουν τις προσωπικές τους απόψεις στηρίζει ουσιαστικά τον άρρωστο. Συχνά επικρατεί η εσφαλμένη άποψη ότι κάθε συζήτηση που φέρνει στην επιφάνεια τα αρνητικά συναισθήματα είναι αρνητική για τον ασθενή. Στις περιπτώσεις αυτές γίνεται μια προσπάθεια να αποφευχθούν παρόμοιες συζητήσεις και να απωθηθούν τα συναισθήματα του αρρώστου. Συνήθως κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν προστατεύεται ο άρρωστος, αλλά το προσωπικό υγείας από τη δυσφορία που του προκαλούν τα συναισθήματα του αρρώστου. Ο μόνος τρόπος ο άρρωστος να ανακουφιστεί από τον ψυχικό πόνο που βιώνει είναι να αναγνωρίσει και να συμφιλιωθεί με τα συναισθήματά του εκφράζοντάς τα σε κάποιον που είναι πρόθυμος να ακούσει. Στο τελικό στάδιο, το άγχος και οι φόβοι του αρρώστου σε σχέση με το θάνατο αυξάνονται. Μια προσπάθεια να ταξινομηθούν οι φόβοι αυτοί είναι η παρακάτω (Leming & Dickinson, ό.α. στο Παπαδάτου & Αναγνωστόπουλος, 1999):

 

Φόβοι που αφορούν την περίοδο που οδηγεί στο θάνατο (process of dying) Φόβοι που αφορούν το γεγονός του θανάτου και την κατάσταση του νεκρού (state of being dead)
  • Φόβος ταπείνωσης και απώλειας αξιοπρέπειας
  • Φόβος εξάρτησης
  • Φόβος πόνου
  • Φόβος εγκατάλειψης, απόρριψης και μοναξιάς
  • Φόβος αποχωρισμού από αγαπημένα πρόσωπα
  • Φόβος οριστικότητας του θανάτου
  • Φόβος για την τύχη του σώματος μετά το θάνατο
  • Φόβος για τη μετά θάνατο ζωή ή άλλη κατάσταση

 

3. Κοινωνικό επίπεδο, όπου οι στόχοι περιλαμβάνουν τη διατήρηση και εξασφάλιση των σημαντικών σχέσεων για το άτομο. Καθώς το άτομο πλησιάζει προς το θάνατο αρχίζει να αποσύρεται συναισθηματικά και να αποδεσμεύεται σταδιακά από τις σχέσεις του με αγαπημένα πρόσωπα. Και ενώ έχει ανάγκη να νοιώθει τους άλλους γύρω του, μειώνει την επικοινωνία μαζί τους, μιλάει λιγότερο, κοιμάται περισσότερο. Συχνά οι συγγενείς παρερμηνεύουν αυτή την εσωστρέφεια και νομίζουν ότι «δεν τους θέλει». Η απόσυρση αυτή όμως προετοιμάζει το άτομο για το τέλος και μειώνει τον πόνο για τον αποχωρισμό.

Δυστυχώς το σύστημα υγείας, αλλά και ευρύτερα η σύγχρονη κοινωνία συχνά αντιμετωπίζουν τον άρρωστο που πεθαίνει με αποστροφή και με φόβο, με αποτέλεσμα να περιθωριοποιείται μέσα στον ίδιο χώρο που νοσηλεύεται («κοινωνικός θάνατος»). Παράλληλα, οι πόρτες των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας παραμένουν κλειστές για τους συγγενείς, με αποτέλεσμα ο άρρωστος να νοιώθει ότι εγκαταλείπεται τις τελευταίες μέρες της ζωής του στα χέρια εξειδικευμένου προσωπικού που το γνωρίζει ελάχιστα.

4. Πνευματικό επίπεδο, όπου οι στόχοι αφορούν το να δώσει νόημα ο άρρωστος στη ζωή του καθώς και στις εμπειρίες που βιώνει. Ο άρρωστος που πεθαίνει βιώνει μια βαθιά υπαρξιακή κρίση. Θρηνεί ότι χάνει τον εαυτό του, το σκοπό και το νόημα της ζωής του. Ταυτόχρονα αναζητά τρόπους να υπερβεί αυτό το τέλος. Αυτή την υπέρβαση επιδιώκει μέσα από την ικανοποίηση τριών βασικών πνευματικών αναγκών:

  1. Ανάγκη να δώσει νόημα στη ζωή του. Στην ανάγκη αυτή το άτομο ανταποκρίνεται ολοκληρώνοντας την ανασκόπηση της ζωής του. Σε ένα συμβολικό επίπεδο ξαναγράφει την ιστορία του και ερμηνεύοντας το παρελθόν υπό το πρίσμα μιας νέας οπτικής όπου θετικές και αρνητικές εμπειρίες αποκτούν ένα νόημα. Η ανασκόπηση αυτή της ζωής του επιτρέπει να νοιώσει ότι ήταν σημαντικός και ότι η ζωή του είχε αξία. Οι μελέτες δείχνουν ότι ο άρρωστος που αποδίδει νόημα στη ζωή του βιώνει λιγότερο άγχος θανάτου. Άλλοτε πάλι η ανασκόπηση της ζωής φέρνει στην επιφάνεια πίκρα, θυμό, ενοχές για ορισμένες αποφάσεις και πράξεις, απογοήτευση για χαμένες ευκαιρίες και τους στόχους που δεν ολοκληρώθηκαν ή για τις συγκρούσεις που έμειναν άλυτες (Βλ. Ιβάν Ίλιτς).
  2. Ανάγκη να έχει έναν «καλό θάνατο». «Καλός» είναι εκείνος ο θάνατος που ορίζει ο ίδιος ο ασθενής. Θεωρεί «καλό» ή «κατάλληλο» το θάνατο, όταν μπορεί να ζήσει τις τελευταίες μέρες της ζωής του μέσα σε συνθήκες που είναι σύμφωνες με τις αξίες, τις πεποιθήσεις και τον τρόπο που πάντα αντιμετώπιζε τις προκλήσεις της ζωής. Για μερικούς ασθενείς ο θάνατος είναι «αξιοπρεπής», όταν επέρχεται στο χώρο του σπιτιού, για άλλους όταν επέρχεται στο χώρο του Νοσοκομείου, για ορισμένους όταν περιβάλλονται από συγκεκριμένα αγαπημένα πρόσωπα. Οι επιστήμονες επισημαίνουν πόσο σημαντικό είναι το κάθε άτομο να επιλέγει πως θα ζήσει τις τελευταίες μέρες της ζωής του.
  3. Η ανάγκη για ελπίδα … πέρα από το θάνατοΣημαντική πνευματική ανάγκη κάθε αρρώστου που βρίσκεται στο τελικό στάδιο της ζωής του είναι να βρει ή να διατηρήσει ζωντανή την ελπίδα ότι υπάρχει ζωή μετά θάνατο, ή όταν δεν πιστεύει στη μετά θάνατο ζωή ότι αφήνει κάτι πίσω του που θα εξακολουθεί να υπάρχει όταν εκείνος δεν θα ζει (π.χ. απογόνους, έργα).

« … Γνωρίζω πως θα πεθάνω μια μέρα, παρόλο που δεν γνω­ρίζω το πώς και το πότε. Το γνωρίζω κάπου βαθιά μέσα μου. Γνωρίζω πως μια μέρα θα πρέπει να εγκαταλείψω τους δικούς μου, εκτός και αν εκείνοι με εγκαταλείψουν πρώτοι. Παραδόξως, αυτή η μύχια και βαθιά γνώση είναι ό ,τι έχω κοινό με όλα τα υπόλοιπα ανθρώπινα όντα. Γι’ αυτό ο θάνατος του συνανθρώπου μου με αγγίζει. Μου επιτρέπει να ει­σέλθω στην ουσία της μοναδικής και πραγματικής ερώτη­σης: ποιο είναι επιτέλους το νόημα της ζωής μας;…

Ο θάνατος, αυτός που θα ζήσουμε μια μέρα, αυτός που χτυπάει τους συγγενείς μας ή τους φίλους μας, είναι πιθανόν αυτός που μας ωθεί να μην ικανοποιούμαστε ζώντας τα πράγματα και τους συνανθρώπους μας επιφανειακά, είναι αυτός που μας ωθεί να εισχωρήσουμε στα μύχια της ψυχής τους.

Μετά από τόσα χρόνια συνοδείας (ψυχολογικής στήριξης) ανθρώπων που ζουν τις τελευταίες στιγμές της ζωής τους, δεν γνωρίζω περισσό­τερα πράγματα γι’ αυτόν καθαυτόν τον θάνατο, αλλά η εμπι­στοσύνη μου στη ζωή δεν έχει σταματήσει να μεγαλώνει. Χωρίς αμφιβολία, ζω πιο έντονα αυτό που μου αναλογεί να ζήσω. Χαρές και λύπες, σε όλο τους το βάθος, αλλά και όλα τα μικρά, καθημερινά πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα, όπως η αναπνοή ή το βάδισμα.

Πιθανώς να προσέχω περισσότερο αυτούς που με περι­βάλλουν, επειδή έχω συνειδητοποιήσει πως δεν θα τους έχω για πάντα δίπλα μου, επιθυμώ να τους ανακαλύψω και να συμβάλλω όσο περισσότερο μπορώ στο να γίνουν αυτό για το οποίο προορίζονται …

… Ακόμα καλύτερα, πιστεύω πως συμβάλλω στην εξέλιξη της κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που, αντί να αρνείται τον θάνατο, διδάσκεται πως να τον εντάσσει στη ζωή. Μιας πιο ανθρώπινης κοινωνίας που, έχοντας συνείδηση της θνητής υπόστασής μας, θα σεβόταν περισσότερο την αξία της ζωής» …

Marie de Hennezel (2007)

Ο μύχιος θάνατος: Οι ετοιμοθάνατοι μας μαθαίνουν τη ζωή

Βιβλιογραφία:

  • Αγίου Αυγουστίνου Εξομολογήσεις, (2004). Ο Θάνατος ενός φίλου, τόμος Α΄, βιβλίο IV (σσ. 198-204), 4η έκδ. Αθήνα: Πατάκη.
  • Corr, C. A. (1992). A task-based approach to coping with dying. Omega24, 81-94.
  • De Hennezel, M. (2007). Ο μύχιος θάνατος: Οι ετοιμοθάνατοι μας μαθαίνουν τη ζωή. Αθήνα: Κοάν.
  • Kübler Ross, E. (1969). On Death and Dying. New York: Macmillan.
  • Παπαδάτου, Δ. (1999). Ο άρρωστος που πεθαίνει και το άμεσο περιβάλλον του. Στο Δ. Παπαδάτου & Φ. Αναγνωστόπουλος, Η Ψυχολογία στο χώρο της Υγείας (σσ.134-172), θ΄ έκδ. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Παπαληγούρα Ζαΐρα. Η Ψυχολογία του Θανάτου και του Πένθους, Corpus 2007, Α.Π.Θ. Θεσσαλονίκη: Ξηρογραφία.
  • Τολστόι, Λ. (1989). Ο θάνατος του Iβάν Ίλιτς. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.
  • Yalom, I. D. (2008). Στον Κήπο του Επίκουρου. Αθήνα: Άγρα.
  • Doca, Κ. (1993). Living with Life Threatening Illness. New York: Lexington Books – Macmillan Inc.

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι:

  • www.merimna.org.gr (Εταιρεία για τη Φροντίδα Παιδιών και Οικογενειών στην Αρρώστια και το Θάνατο).

Περισσοτερα

Ψυχολογία του πένθους (Β΄ Μέρος – Παιδιά)

Η Μέριμνα (1998) (Εταιρεία για τη Φροντίδα Παιδιών και Οικογενειών στην Αρρώστια και το Θάνατο) με απλό και άμεσο τρόπο παρέχει πληροφορίες και πρακτικές συμβουλές για το πώς να στηρίξουμε τα παιδιά στην πορεία του θρήνου και απαντά σε ερωτήματα που συχνά απασχολούν τους ενηλίκους όπως είναι τα παρακάτω:

ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Τι καταλαβαίνουν τα παιδιά για το θάνατο;

Συνήθως τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη εξοικείωση με την έννοια του θανάτου απ’ όσο νομίζουμε. Ο θάνατος υπάρχει μέσα στα παραμύθια, στα παιχνίδια τους και μέσα στην κα­θημερινή τους ζωή.

Βρεφική ηλικία (0-21/2 ετών***). Τα βρέφη αν και δεν αντιλαμβάνονται την έννοια «θάνατος», ωστόσο είναι ικανά να διαπιστώσουν την απουσία και να διαισθανθούν τη θλίψη των γύρω τους. Η μόνη ανησυχία τους έως 3 ετών είναι ο αποχωρισμός – η διάλυση της σχέσης με το πρόσωπο που παρέχει φροντίδα και τρυφερότητα, που είναι κυρίως η μητέρα και στη συνέχεια ο πατέρας.

Προσχολική ηλικία (3-6 ετών). Τα παιδιά δεν κατανοούν την έννοια του θανάτου. Αντιλαμβάνονται την απουσία ενός σημαντικού προσώπου από το περιβάλλον τους, αλλά δεν κατανοούν ότι ο θάνατος είναι ένα οριστικό γεγονός. Πι­στεύουν ότι αυτός που πέθανε μπορεί να επιστρέψει ή ότι εξα­κολουθεί να ζει, να σκέπτεται και να αισθάνεται εκεί που βρί­σκεται. Είτε λοιπόν ο θάνατος κατανοείται ως αναχώρηση είτε ως ύπνος. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι: 1) το γεγονός ότι ο θάνατος δεν εκλαμβάνεται ως τελεσίδικος σε αυτή την ηλικία δεν σημαίνει ότι ο αποχωρισμός δεν είναι εξίσου οδυνηρός και οι επιπτώσεις του αποχωρισμού εξίσου σοβαρές. 2) Επειδή τα παιδιά σε αυτό το στάδιο θεωρούν ότι η ζωή συνεχίζεται, κάνουν ερωτήσεις οι οποίες αφορούν τη ζωή μέσα στον τάφο και οι απαντήσεις των ενηλίκων πρέπει να είναι πολύ προσεκτικές, καθώς μπορεί να προκαλέσουν αγωνίες και φόβους για το τι συμβαίνει.

Σχολική ηλικία (7-11 ετών). Τα παιδιά κατανοούν τη μονιμότητα της απουσίας του θανάτου, ότι είναι ένα μη αναστρέψιμο γεγονός, αλλά θεωρούν ότι συμβαίνει μόνο στους άλλους. Το γεγονός ότι συχνά προσωποποιούν το θάνατο (π.χ. σκελετός, φάντασμα, άγγελος) σημαίνει ότι έχουν αποδεχθεί την οριστικότητά του, επειδή όμως η σκέψη αυτή τους δημιουργεί απέχθεια αναπαριστάται ο θάνατος ως μια πραγματικότητα μακριά από τα ίδια. Έτσι σε αυτό το στάδιο ο θάνατος θεωρείται οριστικός, αλλά όχι αναπόφευκτος και οικουμενικός.

Εφηβική ηλικία (12-21 ετών). Οι έφηβοι αντιλαμβάνονται το θάνατο ως τελεσίδικο, οικουμενικό γεγονός, ως μια πλευρά της ζωής που είναι αναπόφευκτη και συνειδητοποιούν ότι όλοι οι άνθρωποι, όπως και οι ίδιοι, είναι θνητοί. Επιπλέον, είναι σε θέση να δώσουν μετα­φυσικές και συμβολικές ερμηνείες στο θάνατο.

Ωστόσο, πρέπει να αναφέρουμε ότι σημαντικό ρόλο στην κατανόηση της έννοιας του θανάτου εκτός από την ηλικία, παίζει η νοητική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού, η προσωπικότητά του, το περιβάλλον όπου ζει καθώς και οι προσωπικές του εμπειρίες σε σχέση με το θάνατο.

*** Τα όρια αυτά δεν είναι αυστηρά. Οι ηλικιακές αποκλίσεις σχετίζονται με τις ατομικές διαφορές μεταξύ των παιδιών, αλλά και με τις πολιτισμικές διαφορές.

ΘΡΗΝΟΣ

Θρηνούν τα παιδιά και με ποιο τρόπο;

Ναι, τα παιδιά θρηνούν. Πολλές φορές όμως δεν το αντιλαμβανόμαστε, γιατί θρηνούν διαφορετικά από εμάς, «τους μεγάλους».

    1. Κάθε παιδί έχει τον δικό του τρόπο να θρηνεί.

Δεν υπάρχει σωστός και λάθος τρόπος. Ο θρήνος είναι μια απόλυτα φυσιολογική αντίδραση που βοηθά το παιδί να αποδεχθεί την πραγματικότητα της απώλειας και να προσαρμοστεί σε αυτήν.

    1. Τα παιδιά θρηνούν κατά διαστήματα («με δόσεις»).

Καθώς δεν μπορούν να αντέξουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τα οδυνηρά συναισθήματα. Έτσι, τη μια στιγμή είναι πιθανό να είναι θλιμμένα ή να ξεσπούν, ξαφνικά, σε κλάματα και με την ίδια ευκολία, λίγο αργότερα, να ξεκαρδίζονται στα γέλια ή να παίζουν. Αυτή η αντίδραση δε σημαίνει ότι αδιαφορούν ή ότι έχουν «ξεπεράσει» τη θλίψη τους.

    1. Ο θρήνος είναι μια μακρόχρονη διεργασία.

Δεν έχει καθορισμένο χρονικό τέλος και αναβιώνει σε επόμενα στάδια ανάπτυξης του παιδιού. Σημαντικές αλλαγές στη νοητική του ανάπτυξη, στη συναισθηματική και κοινωνική του ζωή, ξαναφέρνουν στην επιφάνεια το θρήνο δίνοντας στο παιδί την ευκαιρία να βρει νέο νόημα στην απώλεια που έζησε.

    1. Τα παιδιά εκφράζουν το θρήνο τους με έργα και σπανιότερα με λόγια.

Στα παιδιά η ικανότητα του λόγου δεν είναι τόσο ανεπτυγμένη. Γι’ αυτό εκφράζουν το θρήνο τους έμμεσα στο παιχνίδι, στις ζωγραφιές τους και μέσα από τις αλλαγές στη συμπεριφορά τους στον ύπνο, στο φαγητό, στο σπίτι ή στο σχολείο. Ο Corr (1998) αναφέρει ότι τα παιδιά «μιλούν» και εκφράζουν όσα δεν ξέρουν να πουν ακόμα και μέσα από το ίδιο τους το σώμα (π.χ. πόνο στο στομάχι).

    1. Τα παιδιά δυσκολεύονται να ζητήσουν στήριξη.

Συνήθως οι στενοί συγγενείς είναι απορροφημένοι από το δικό τους πόνο και, κατά συνέπεια, λιγότερο διαθέσιμοι. Επίσης, τα παιδιά σπάνια αναζητούν στήριξη από τους συνομηλίκους τους καθώς φοβούνται μήπως απομονωθούν επειδή διαφέρουν.

ΣΤΗΡΙΞΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΕΣ

Πώς εκδηλώνεται ο θρήνος στα παιδιά;

Μερικές από τις συχνότερες και απόλυτα φυσιολογικές εκδηλώσεις θρήνου στα παιδιά είναι:

  1. Η θλίψη
  2. Τα ξεσπάσματα θυμού ή κλάματος (πολλές φορές για ασήμαντο λόγο)
  3. Διάφοροι φόβοι (φόβος αποχωρισμού από αγαπημένα πρόσωπα, φόβος για το σκοτάδι)
  4. Αλλαγές στις συνήθειες του ύπνου και του φαγητού
  5. Αλλαγές στη συμπεριφορά (απομόνωση, εσωστρέφεια, επιθετικότητα, μείωση της απόδοσης στο σχολείο, ριψοκίνδυνη συμπεριφορά)
  6. Η εκδήλωση συμπεριφορών προηγούμενων σταδίων ανάπτυξης (πιπίλα, ενούρηση, εξάρτηση από ενήλικες)
  7. Επίμονη αναζήτηση του ατόμου που πέθανε, συνεχείς σκέψεις γύρω από το θάνατο του
  8. Ενοχές για το θάνατο του αγαπημένου προσώπου
  9. Αίσθημα ανακούφισης, όταν έχει προηγηθεί παρατεταμένη περίοδος άγχους εξαιτίας του επικείμενου θανάτου
  10. Σωματικά συμπτώματα (πονοκέφαλοι, στομαχικές διαταραχές, αναπνευστικά προβλήματα, έξαρση αλλεργιών)

Ποιες είναι οι ανάγκες ενός παιδιού που θρηνεί;

  1. Να κατανοήσει ακριβώς τι συνέβη στο αγαπημένο του πρόσωπο και γιατί
  2. Να έρθει σε επαφή και να εκφράσει τα συναισθήματα που προκαλεί η απώλεια
  3. Να διατηρήσει ζωντανή την ανάμνηση του αγαπημένου προσώπου
  4. Να αισθάνεται ότι μπορεί να συνεχίσει τη ζωή του και να επενδύσει σε άλλες σχέσεις
  5. Να δέχεται συνεχή στήριξη από το περιβάλλον του

Πώς στηρίζουμε το παιδί που θρηνεί;

  1. Ενημερώνοντάς το έγκαιρα, αξιόπιστα και με απλά λόγια
  2. Ενθαρρύνοντάς το να εκφράσει τα συναισθήματά του
  3. Διευκολύνοντάς το να διατηρήσει την ανάμνηση του προσώπου που πέθανε
  4. Ενισχύοντας τη συμμετοχή του στο οικογενειακό πένθος
  5. Εξασφαλίζοντας τη συνέχεια και τη σταθερότητα στις συνθήκες ζωής του
  6. Παρέχοντας υποστήριξη σε σταθερή βάση
ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Πώς ενημερώνουμε ένα παιδί;

  1. Δεν αποκρύπτουμε το γεγονός. Η απόκρυψη της πραγματικότητας ή η παροχή ψεύτικων πληροφοριών αντί να προστατεύει τα παιδιά, τους δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα. Η σιωπή που επικρατεί τα κάνει να αισθάνονται μόνα και αποκομμένα από την υπόλοιπη οικογένεια, τα αναγκάζει να κλειστούν στον εαυτό τους και να δώσουν τις δικές τους ερμηνείες που συχνά είναι πιο τρομακτικές και από την ίδια την πραγματικότητα.
  2. Ενημερώνουμε αμέσως μετά το γεγονός. Η καθυστέρηση δημιουργεί σύγχυση, παρερμηνείες, ανασφάλεια και φόβο. Εξηγούμε με ακρίβεια και ειλικρίνεια τι συνέβη, πώς συνέβη, πάντα προσαρμοσμένα στην ηλικία και στο επίπεδο ανάπτυξης του παιδιού.
  3. Χρησιμοποιούμε τις σωστές λέξεις. Μεταχειριζόμαστε λέξεις όπως «πέθανε» «θάνατος», και όχι διφορούμενες όπως «χάθηκε», «έφυγε», «τον πήρε ο Θεός». Οι διφορούμενες ή ασαφείς εκφράσεις συχνά παρερμηνεύονται, ιδιαίτερα από μικρότερα παιδιά που δυσκολεύονται να κατανοήσουν ότι ο θάνατος είναι οριστικός.
  4. Δεν ωραιοποιούμε την πραγματικότητα του θανάτου.Η πραγματικότητα, αν και οδυνηρή, δεν αλλάζει. Μπορούμε να εξηγήσουμε τι συμβαίνει όταν κάποιος πεθαίνει λέγοντας, για παράδειγμα, ότι «το σώμα του σταματά να λειτουργεί, η καρδιά του δεν χτυπάει πια, δεν σκέπτεται, δεν αισθάνεται. Βάζουμε το σώμα σε ένα κουτί που το λέμε φέρετρο και το βάζουμε στη γη στο νεκροταφείο». Οι μεταφυσικές ερμηνείες είναι δυσνόητες για τα πολύ μικρά παιδιά, καθώς έχουν την τάση να κατανοούν αυτά που του λέμε με κυριολεκτικό τρόπο. Επομένως, πρώτα θα πρέπει να τα βοηθήσουμε να καταλάβουν την οριστική παύση των οργανικών λειτουργιών και το μη αναστρέψιμο του θανάτου (ότι δηλαδή, δεν θα ξαναδούμε ποτέ σε αυτήν τη ζωή αυτόν που πέθανε) και μόνο όταν ρωτήσουν τι συμβαίνει μετά το θάνατο μοιραζόμαστε μαζί τους τις προσωπικές μας θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις.
  5. Τονίζουμε στο παιδί ότι δεν έχει ευθύνη για αυτό που συνέβη. Το διαβεβαιώνουμε ότι τίποτα από όσα έκανε, σκέφθηκε ή είπε (αταξίες, απαγορευμένες πράξεις ή σκέψεις) δεν προκάλεσαν το θάνατο του αγαπημένου του ανθρώπου και τονίζουμε ότι δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσε να είχε κάνει για να αποτρέψει αυτόν τον θάνατο.
  6. Ακούμε προσεκτικά και δίνουμε απαντήσεις σε αυτό που μας ρωτά το παιδί. Δεν το βομβαρδίζουμε με πληροφορίες. Του δίνουμε χρόνο να εκφράσει τα συναισθήματά του. Απαντάμε στις ερωτήσεις που μας θέτει και αν δεν γνωρίζουμε κάτι λέμε απλά «δεν ξέρω».
  7. Πληροφορούμε το παιδί για το τι θα συμβεί από δω και πέρα.Τα παιδιά ανησυχούν για το μέλλον τους (ποιος θα τα φροντίσει, θα τα διαβάσει). Τα ενημερώνουμε για το ποιες συνήθειες θα παραμείνουν σταθερές, αλλά και για τις αλλαγές που πρόκειται να συμβούν στη ζωή της οικογένειας.
  8. Επαναλαμβάνουμε τις πληροφορίες και εξηγούμε ξανά και ξανά αυτό που συνέβη. Τα παιδιά μπορεί να ρωτήσουν επανειλημμένα για τις συνθήκες του θανάτου ή να εκφράσουν απορίες στην προσπάθειά τους να αφομοιώσουν και να κατανοήσουν το γεγονός. Ο Corr (1998) αναφέρει ότι χρειάζεται να έχουμε ιδιαίτερη υπομονή με τα παιδιά που πενθούν, γιατί πολλές φορές συμβαίνει τα παιδιά να ρωτούν πράγματα σε ακατάλληλες στιγμές ή όταν δεν είμαστε διαθέσιμοι ακριβώς γιατί φοβούνται την απάντηση. Με απλές ερωτήσεις, όπως «τι δεν κατάλαβες;», μπορούμε να ελέγξουμε τι δεν έχουν κατανοήσει. Δίνουμε σταθερά τις ίδιες απαντήσεις, καθώς με αυτόν τον τρόπο καλλιεργούμε αίσθημα εμπιστοσύνης στο παιδί.
Πρέπει ένα παιδί να παρευρεθεί στην κηδεία;

Επιτρέπουμε στο παιδί να συμμετέχει σε οικογενεια­κές εκδηλώσεις πένθους, εφόσον το επιθυμεί, και αφού προετοιμαστεί κατάλληλα.Η απώλεια ενός μέλους αφορά όλη την οικογένεια και δεν υπάρχει λόγος να αποκλείεται κανείς από τον οικογενειακό θρήνο. Η συμμετοχή του παιδιού στις εκδηλώσεις πένθους (π.χ. κηδεία, μνημόσυνο, επίσκεψη στον τάφο) απαιτεί καλή προετοιμασία. Εξη­γούμε με απλό τρόπο τι είναι η κηδεία ή το μνημόσυ­νο και τι ακριβώς θα συμβεί στη διάρκεια της τελε­τής. Ρωτάμε το παιδί αν θα ήθελε να παρευρεθεί στην τελετή και, σε περίπτωση που το επιθυμεί, φρο­ντίζουμε να βρίσκεται μαζί με κάποιον που θα είναι σε θέση να το στηρίξει και να ανταποκριθεί σε όποιες ανάγκες προκύψουν. Δίνουμε την ευκαιρία στο παιδί, αν το επιθυμεί, να αποχαιρετήσει το αγαπημένο του πρόσωπο.

 

ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΕΣ ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

Τι είναι αυτό που πρέπει να μας ανησυχήσει;

Μερικές ανησυχητικές αντιδράσεις σε ένα παιδί που θρηνεί είναι:

  1. Η παρατεταμένη απουσία οποιασδήποτε εκδήλω­σης θρήνου
  2. Η παρατεταμένη αποχή από το παιχνίδι και από τις σχέσεις με τους συνομηλίκους του
  3. Οι επίμονες κατηγορίες του παιδιού που απευθύ­νονται προς τον εαυτό του ή άλλους τους οποίους θεωρεί υπεύθυνους για το θάνατο
  4. Η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά (χρήση ουσιών, βουλιμία, ροπή για ατυχήματα) και οι επίμονες σκέ­ψεις αυτοκτονίας
  5. Τα παρατεταμένα, σοβαρά προβλήματα στη σχολι­κή απόδοση ή στη σχέση με τους συμμαθητές και τους δασκάλους
  6. η πλήρης ταύτιση με το άτομο που πέθανε και η συστηματική προσπάθεια του παιδιού να καλύψει το κενό που δημιούργησε ο θάνατος στην οικογένεια
  7. οι παρατεταμένες διαταραχές στη διατροφή ή/και στον ύπνο (επαναλαμβανόμενοι εφιάλτες)
  8. Οι έντονες και παρατεταμένες σωματικές ενοχλή­σεις ή συμπτώματα παρόμοια με αυτά που παρου­σίαζε στο παρελθόν το άτομο που πέθανε.

Στις περιπτώσεις αυτές είναι καλό να απευθυνθείτε σε κάποια συμβουλευτική υπηρεσία ή σε κάποιον ειδικό που ασχολείται με παιδιά που θρηνούν. Χρήσιμες πληροφορίες θα βρείτε στην ιστοσελίδα της Μέριμνας.

Ποια παιδιά είναι πιο ευάλωτα;
  • Τα παιδιά που ήδη είχαν νοητικά ή συναισθηματικά προβλήματα, ή προβλήματα συμπεριφοράς πριν το θάνατο του αγαπημένου προσώπου.
  • Τα παιδιά που έχουν βιώσει και άλλες απώλειες στο παρελθόν (άλλο θάνατο, διαζύγιο γονέων, κακοποίη­ση).
  • Τα παιδιά που βιώνουν το θάνατο αγαπημένου τους προσώπου ο οποίος έγινε κάτω από ιδιαίτερα τραυ­ματικές συνθήκες (αυτοκτονία, δολοφονία).
Τα παιδιά χρειάζονται να είναι μέρος της κατάστασης. Αν αφήσουμε τα παιδιά έξω από αυτό που συμβαίνει, στηρίζονται στη φαντασία τους και συχνά η φαντασία είναι 100 φορές χειρότερη από την πραγματικότητα. Για να πενθήσει και να αποχαιρετήσει το νεκρό το παιδί πρέπει να έχει κατανοήσει το τι ακριβώς συνέβη.

 

Προς τους Επαγγελματίες Υγείας και Παιδείας

Η Δανάη Παπαδάτου (Καθηγήτρια Κλινικής Ψυχολογίας, Τμήμα Νοσηλευτικής Πανεπιστημίου Αθηνών και Ιδρυτικό μέλος της Μέριμνας) (2005) αναφερόμενη σε όλους εμάς, τους επαγγελματί­ες της υγείας και παιδείας (εκπαιδευτικοί, ψυχολόγοι, ψυχία­τροι, κοινωνικοί λειτουργοί), που στηρίζουμε το παιδί και τον έφηβο σε αυ­τές τις δύσκολες στιγμές σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η στήριξη που προσφέρουμε είναι λιγότερο εποικοδομητική όταν είμα­στε υπερβολικά ευάλωτοι, όταν χάνουμε τα όρια ανάμεσα στο παιδί και τον εαυτό μας και όταν, ταυτιζόμενοι μαζί του, κατακλυζόμαστε από τις τραυματικές εμπειρίες που βιώνει με αποτέλεσμα να είμαστε ανεπαρκείς στον υποστηρικτικό ή θεραπευτικό ρόλο που αναλαμβάνουμε. Αντίστοιχα, όταν παραμένουμε μη-ευάλωτοι, απόμακροι, απαγορεύοντας στον εαυτό μας να επηρεαστεί από την αρρώστια, το θάνατο ή όποια άλλη σοβαρή α­πώλεια που μας απειλεί προσωπικά, τότε δεν μπορούμε να συνοδεύσου­με και να στηρίξουμε ουσιαστικά ένα παιδί. Αναφέρομαι σ’ εκείνους τους επαγγελματίες που εμφανίζονται άτρωτοι, καλλιεργώντας μια ψευδαίσθη­ση παντοδυναμίας και κυριαρχίας πάνω στις καταστάσεις. Αφελώς, πι­στεύουν ότι γνωρίζουν τι ακριβώς χρειάζεται ένα παιδί και μια οικογένεια που θρηνεί και προτείνουν τυποποιημένες λύσεις για την αντιμετώπιση των απωλειών τους.

Η εμπειρία με έχει διδάξει ότι για να μπορέσουμε να στηρίξουμε υπεύ­θυνα και αποτελεσματικά τα παιδιά που θρηνούν μια σοβαρή απώλεια, για να είμαστε δηλαδή ευάλωτοι, διαθέσιμοι και ανοιχτοί στις εμπειρίες τους, πρέπει να παραμένουμε ταυτόχρονα ανοιχτοί και προς τον ίδιο μας τον ε­αυτό. Είναι πολύ σημαντικό να αναγνωρίζουμε πώς επηρεαζόμαστε από τις εμπειρίες τους, ποια αποθέματα διαθέτουμε, ποια είναι τα όριά μας και πώς μπορούμε να συμφιλιωθούμε με τη διαπίστωση ότι δε θα είμαστε πο­τέ τέλειοι ή παντοδύναμοι. Μακάρι να είμαστε «επαρκώς καλοί», «good enough» όπως θα έλεγε ο Winnicott. Μακάρι να είμαστε Ανθρώπινοι μπρο­στά στο θάνατο, την αρρώστια και το χωρισμό, που αναπόφευκτα επηρε­άζουν και τον δικό μας ψυχισμό και μας ωθούν να ανακαλύψουμε τις αξί­ες και το νόημα της Ζωής».

Βιβλιογραφία:

  • Corr, Ch. (1998). Μιλώντας σε παιδιά που θρηνούν. Στο Μ. Νίλσεν & Δ. Παπαδάτου (Επιμ.), Το Πένθος στη Ζωή μας (σσ. 90-95). Αθήνα: Μέριμνα.
  • Θάνου, Α., & Νικολακοπούλου, Α. (2006). Αντίο μικρέ μου φίλε. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Heike, B. (2003). Η Γιαγιά πήγε στον ουρανό. Αθήνα: Θυμάρι.
  • Παπαδάτου, Δ., Μαμαντάκη, Ειρ., Παπάζογλου, Ειρ., Ράλλη, Ελ., Νίλσεν, Μ. (1998). Ενημερωτικό Φυλλάδιο-Στηρίζοντας Το Παιδί που Θρηνεί το Θάνατο Αγαπημένου του Προσώπου. Αθήνα: Μέριμνα.
  • Παπαδάτου, Δ. (2005). Απώλειες στη ζωή του Παιδιού. Στο Μ. Νίλσεν (Επιμ.), Απώλειες στη ζωή του Παιδιού (σσ. 13-24). Αθήνα: Μέριμνα.
  • Παπαληγούρα Ζαΐρα. Η Ψυχολογία του Θανάτου και του Πένθους, Corpus 2007, Α.Π.Θ. Θεσσαλονίκη: Ξηρογραφία.
  • Το βιβλίο της Γραμμής-Σύνδεσμος για τους γονείς (2007).Πώς να μιλήσετε σε ένα παιδί για … (Ι. Τσιάντης, Επιστ. Εποπτ., & Δ. Τζίκας & Σ. Βγενοπούλου, Επιστ. Επιμ.). Αθήνα: Ε.Ψ.Υ.Π.Ε./ Κοάν.

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι:

www.epsype.gr

www.merimna.org.gr

 

Περισσοτερα

Ψυχολογία του πένθους (Α΄ Μέρος – Ενήλικες)

«Μπροστά στον ανθρώπινο πόνο, όλες οι επιστημονικές θεωρίες αποδεικνύονται ανίσχυρες, ενώ, αντίθετα, η συμπαράσταση ενός ανθρώπου, διατεθειμένου να ακούσει και να βοηθήσει τον πενθούντα, μπορεί να απαλύνει την τόσο επώδυνη κατάστασή του».

Bacqué Marie-Frédérique (2007)

Βασικές έννοιες:

  • Πένθος (bereavement) είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένα άτομο που έχει υποστεί την απώλεια -το θάνατο- ενός σημαντικού γι’ αυτό προσώπου. Η λέξη πένθος αναφέρεται στην απώλεια και στην αποστέρηση.
  • Θρήνος (grief) είναι η πρωταρχική συγκινησιακή αντίδραση στην απώλεια ενός αγαπημένου που εκδηλώνεται με ψυχολογικά και σωματικά (ακόμα και βλαβερά για την υγεία) συμπτώματα. Η λέξη θρήνος αναφέρεται στην οδύνη, στον ψυχικό πόνο που βιώνει ο επιζών στη διάρκεια του πένθους.
  • Η αγγλική λέξη mourning θα μπορούσε να μεταφραστεί στα ελληνικά ως κοινωνικό πένθος και αναφέρεται στις κοινωνικές εκδηλώσεις του θρήνου (π.χ. οι τελετές πένθους) που έχουν τις ρίζες τους στα έθιμα της κάθε συγκεκριμένης κοινωνικής ή πολιτισμικής ομάδας.

Φάσεις του πένθους:

Ανάμεσα στα μοντέλα που κατά καιρούς έχουν προταθεί για την ερμηνεία του πένθους, το μοντέλο των Bowlby και Parkes θεωρείται από πολλούς ότι ικανοποιεί το ζητούμενο της σαφήνειας, της απλότητας και της καταλληλότητας στην κατανόηση των πολύπλοκων εμπειριών του πένθους. Σύμφωνα με τη θεωρία του Δεσμού (και αντίστοιχα, ερμηνεία της απώλειας ως δεσμού που έχει πάψει να υπάρχει) οι Bowlby και Parkes ισχυρίστηκαν ότι το πένθος περιλαμβάνει 4 φάσεις:

  1. Κλονισμό και μούδιασμα. Ο κλονισμός και το μούδιασμα είναι οι αρχικές αντιδράσεις στην απώλεια. Είναι σαν να χάνει κάποιος την ισορροπία της ζωής του. Αισθάνεται κανείς αποσβολωμένος, αποσυνδεδεμένος και ανίκανος να αισθανθεί οτιδήποτε. Ο πενθών μοιάζει σαν να περιπλανάται στη ζωή συχνά ανήμπορος να φροντίσει τις βασικές ανάγκες του (π.χ. διατροφή) και τη δυνατότητα να παίρνει αποφάσεις. Είναι μια φυσιολογική άμυνα σε πολύ δυσάρεστα νέα και στον ανεπιθύμητο πόνο. Είναι όμως σχεδόν πάντα μια μεταβατική φάση.
  2. Νοσταλγία και αναζήτηση. Η νοσταλγία και η αναζήτηση συνιστούν μια προσπάθεια επιστροφής στην προηγούμενη κατάσταση, όπου κανείς συνειδητοποιεί το μέγεθος της απώλειας και δεν επιθυμεί να αποδεχθεί την απώλεια και να εγκαταλείψει αυτό που πλέον δεν υπάρχει. Το παρελθόν δεν είναι πλέον διαθέσιμο και η συνειδητοποίηση αυτή σηματοδοτεί την αναγνώριση του βάθους, του βαθμού και της οριστικότητας της απώλειας. Αυτή η περίοδος αναζήτησης και βαθιάς επιθυμίας (σχεδόν λαχτάρας) για επανασύνδεση με τον αγαπημένο που πέθανε είναι ένα στάδιο όπου γίνεται οδυνηρά αισθητή η απουσία του θανόντος.
  3. Αποδιοργάνωση και απελπισία. Η αποδιοργάνωση αποτελεί μια κατανοητή αντίδραση στις αποτυχημένες προσπάθειες να ξαναζωντανέψει το παρελθόν. Τίθενται ζητήματα ταυτότητας (π.χ. αν ο άνδρας μου πέθανε είμαι ακόμα σύζυγος;, αν το παιδί μου πέθανε είμαι ακόμα γονέας;). Αυτές είναι ερωτήσεις που έχουν να κάνουν με την προσωπική ταυτότητα, αλλά και με πρακτικές ερωτήσεις της καθημερινής ζωής (π.χ. ποιος θα ετοιμάσει το βραδινό φαγητό, πώς θα τα βγάλουμε πέρα χωρίς το δικό της εισόδημα;). Τα άτομα που αισθάνονται αποδιοργανωμένα δυσκολεύονται να διεκπεραιώσουν ακόμα και μικρά προγράμματα. Συχνά είναι πραγματικός άθλος το να βγάλουν πέρα μια ώρα, πόσο μάλλον μια μέρα. Πολλά από όσα θεωρούσαν δεδομένα τώρα έχουν ανατραπεί ο θάνατος παρενέβη στη ζωή και η αίσθηση είναι σαν να ζουν τη ζωή κάποιου άλλου όπου τα πάντα είναι χαοτικά και μπερδεμένα.
  4. Αναδιοργάνωση. Η αναδιοργάνωση αρχίζει όταν το άτομο μαζεύει τα κομμάτια της ζωής του και επιχειρεί να διαμορφώσει μια νέα συνθήκη. Η ζωή μετά από μια απώλεια δεν είναι ποτέ η ίδια. Μπορεί να συγκροτηθεί ξανά αλλά κάποιες διαφορές είναι οριστικές. Οι περισσότεροι άνθρωποι καταφέρνουν να αναδιοργανώσουν κατά κάποιο τρόπο τη ζωή τους και να αποδεχτούν την πραγματικότητα.

Παρά το πλεονέκτημα της απλότητας όμως το μοντέλο των φάσεων έχει και κάποια μειονεκτήματα. Το κυριότερο είναι ότι οι φάσεις είναι αποτέλεσμα γενικεύσεων που έγιναν από συγκεκριμένους πληθυσμούς χωρίς αυστηρά μεθοδολογικά κριτήρια με αποτέλεσμα να είναι πιθανό να μην ισχύουν σε άλλους πληθυσμούς. Το δεύτερο μειονέκτημα είναι ότι κατανέμει στα άτομα που πενθούν έναν ρόλο παθητικό σαν η διεργασία του πένθους να είναι απλώς η αντοχή που πρέπει να επιδείξει ο πενθών. Τα μοντέλα πένθους, όπως συμβαίνει με όλες οι θεωρητικές προτάσεις, εκπορεύονται από διαφορετικά ενδιαφέροντα και διαφορετικούς στόχους, γι’ αυτό και θα έπρεπε το καθένα να αξιολογείται με διαφορετικό τρόπο.

«Όλες οι αλλαγές εμπεριέχουν την απώλεια, όπως και όλες οι απώλειες απαιτούν την αλλαγή».

Neimeyer Robert (2006)

Προσαρμογή στην απώλεια: Δέκα πρακτικά βήματα

  1. Πάρτε στα σοβαρά τις μικρές απώλειες. Αναλογιζόμενοι τον τρόπο αντίδρασης στις μικρές απώλειες κάνουμε «πρόβα» για το πως θα αντιμετωπίσουμε τις μεγάλες απώλειες της ζωής.
  2. Βρείτε χρόνο για να μείνετε μόνοι και να έρθετε σ’ επαφή με τα συναισθήματά σας.
  3. Βρείτε υγιείς τρόπους για να μειώσετε το στρες. Κάθε αλλαγή φέρνει στρες, μειώστε το με κάποιο τρόπο π.χ. με σωματική άσκηση ή μεθόδους χαλάρωσης.
  4. Αναζητήστε το νόημα της απώλειας. Κατασκευάστε μια ιστορία με συνοχή για την εμπειρία σας αυτή και έτσι αυτή θα γίνει πιο κατανοητή.
  5. Μιλήστε σε κάποιον. Μιλήστε σε ανθρώπους που ακούν και δεν επιβάλλουν το δικό τους τρόπο σκέψης, π.χ. συγγενείς, φίλοι, ιερέας, ψυχοθεραπευτής.
  6. Παραιτηθείτε από την ανάγκη να ελέγχετε τους άλλους. Κάθε άνθρωπος που επηρεάζεται από την απώλεια θα τη θρηνήσει με το δικό του τρόπο και στο δικό του χρόνο.
  7. Βρείτε μια τελετουργία για την απώλεια που να έχει νόημα για σας.
  8. Επιτρέψτε στον εαυτό σας να αλλάξει. Κάθε απώλεια (ανθρώπων ή ρόλων) μας αλλάζει. Αγωνιστείτε να αλλάξετε και αναγνωρίστε τους τρόπους με τους οποίους η απώλεια σας άλλαξε.
  9. Δρέψτε τους καρπούς από την κληρονομιά που σας αφήνει η απώλεια. Επανεξετάστε τις προτεραιότητες της ζωής σας.
  10. Εστιάστε στις πνευματικές σας πεποιθήσεις π.χ. φιλοσοφικές, θρησκευτικές.

Πότε πρέπει να ζητήσετε βοήθεια;

Παρόλο που δεν υπάρχει τίποτε το «παθολογικό» στον πόνο, στη μοναξιά και στην αποδιοργάνωση που συνοδεύουν το πένθος, η παρατεταμένη παρουσία κάποιων καταστάσεων είναι λόγος ανησυχίας και θα πρέπει να εξεταστεί από κάποιον πέρα από αυτούς που άτυπα σας στηρίζουν στη ζωή σας. Θα πρέπει να σκεφτείτε σοβαρά το ενδεχόμενο να μιλήσετε στον ειδικό ψυχικής υγείας για τα συμπτώματα του θρήνου σας αν βιώνετε κάποια από τα παρακάτω:

  • Σημαντικό βαθμό ενοχής για πράγματα πέραν των ενεργειών που κάνατε ή δεν κάνατε κατά τη χρονική περίοδο του θανάτου του αγαπημένου προσώπου.
  • Σκέψεις αυτοκτονίας που προχωρούν πέρα από το να σκέφτε­ται κανείς παθητικά «καλύτερα να πέθαινα» ή «να μπορούσα να ξαναείμαι μαζί με τον αγαπημένο μου».
  • Ακραία απελπισία που εκδηλώνεται με μια αίσθηση ότι όσο κι αν προσπαθείτε, δεν θα μπορέσετε ποτέ να αποκτήσετε ξανά μια ζωή που αξίζει.
  • Παρατεταμένη υπερδιέγερση ή κατάθλιψη μ’ ένα αίσθημα ότι είστε σε υπερένταση ή πολύ «πεσμένοι», το οποίο επιμένει για μήνες.
  • Σωματικά συμπτώματα, όπως οξύς πόνος στο στήθος ή σημα­ντική απώλεια βάρους, η οποία θα μπορούσε να απειλήσει τη σωματική σας υγεία.
  • Ανεξέλεγκτος θυμός που αποξενώνει φίλους και αγαπημένους ή που σας κάνει να σχεδιάζετε τρόπους για να εκδικηθείτε για την απώλεια.
  • Επίμονη διαταραχή της λειτουργικότητας στην ικανότητά σας να παραμείνετε σε μια δουλειά ή να φέρετε σε πέρας απλούς στόχους αναγκαίους για την καθημερινή ζωή.
  • Κατάχρηση ουσιών με φάρμακα ή αλκοόλ για να διώξετε τον πόνο της απώλειας.

Πολύ συχνά συμβαίνει κάποιος που γνωρίζουμε καλά (φίλος, συγγενής) να θρηνεί μια σημαντική απώλεια (ανθρώπων, ρόλων, σχέσεων), και παρόλα αυτά, διστάζουμε να τον πλησιάσουμε για να τον στηρίξουμε και να τον καταλάβουμε σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές, γιατί πολύ απλά «δεν ξέρουμε τι να πούμε». Επομένως, προκύπτει το ερώτημα πως μπορούμε να συμπαρασταθούμε σε κάποιον που προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις σκληρές προκλήσεις μιας απώλειας; Σύμφωνα με τον Robert Neimeyer (2006), μόνο μια «σωστή» απάντηση υπάρχει και αυτή είναι να συμπαρασταθούμε με τρόπο προσωπικό και γνήσιο, με γνώμονα το ενδιαφέρον μας γι’ αυτόν και την επιθυμία μας να τον ακούσουμε και να μοιραστούμε τον πόνο του.

Τα ΝΑΙ και τα ΟΧΙ στην υποστήριξη ατόμων που θρηνούν

ΟΧΙ:Μην πιέζετε το άτομο που θρηνεί να παίξει κάποιο συγκεκριμένο ρόλο λέγοντας «Τα πας μια χαρά». Επιτρέψτε του να έχει συναισθήματα που το δυσκολεύουν, χωρίς να αισθάνεται ότι σας απογοητεύει.

 

Μη λέτε στο άτομο που θρηνεί τι «πρέπει» ή «δεν πρέπει» να κάνει. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτό ε­νισχύει την αίσθηση της αδυνα­μίας που αισθάνεται και στη χειρό­τερη, η συμβουλή σας μπορεί να εί­ναι εντελώς άστοχη.

 

Μη λέτε «Πάρε με άμα χρειαστείς κάτι».Οι αόριστες προτάσεις δεν μπορεί παρά να απορριφθούν και το άτομο που θρηνεί θα συμπερά­νει ότι κατά βάθος ελπίζετε ότι δεν θα επικοινωνήσει μαζί σας.

 

 

Μη λέτε ότι «ο χρόνος τα γιατρεύει όλα». Τα τραύματα της απώλειας δεν επουλώνονται ποτέ εντελώς και το έργο του θρήνου είναι πιο ε­νεργό από ό, τι υπονοεί αυτή η έκ­φραση.

 

Μην αναθέτετε την παροχή βοή­θειας σε άλλους Η δική σας παρου­σία και το δικό σας ενδιαφέρον ση­μαίνουν πολλά.

 

Μη λέτε «ξέρω πώς νιώθεις». Η ε­μπειρία θρήνου κάθε ατόμου είναι μοναδική, γι’ αυτό το λόγο καλέστε τον άλλο να μοιραστεί μαζί σας τα συναισθήματά του αντί να θεωρεί­τε ότι ξέρετε ποια είναι τα θέματα που τον απασχολούν.

 

Μη χρησιμοποιείτε τετριμμένες εκ­φράσεις παρηγοριάς, όπως «υ­πάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές» ή «άγνωστες οι βουλές του Κυρίου». Το μόνο που κάνουν είναι να απο­δείξουν στο άτομο που θρηνεί ότι δεν νοιάζεστε αρκετά για να προ­σπαθήσετε να καταλάβετε.

 

Μην πιέζετε το άτομο που θρηνεί να βιαστεί,λέγοντάς του ότι πρέ­πει γρήγορα να βρει κάτι να ασχο­ληθεί, ή να δώσει τα πράγματα του θανόντα κ.λπ. Ο θρήνος χρειάζεται χρόνο και υπομονή και δεν γίνεται βάσει προγράμματος.

ΝΑΙ:Ανοίξτε την πόρτα της επικοινωνίας.Αν δεν ξέρετε τι να πείτε, ρωτήστε «Πώς αισθάνεσαι σήμερα;» ή «Σε σκε­φτόμουν. Πώς είναι τα πράγματα;».

 

Κατά 80% να ακούτε και κατά 20% να μιλάτε. Πολύ λίγοι άνθρωποι αφιερώ­νουν χρόνο για να ακούσουν τους βα­θύτερους προβληματισμούς του άλλου. Γίνετε ένας από αυτούς τους λίγους. Εί­ναι πιθανό κι εσείς και ο άλλος να διδα­χθείτε πολλά μέσα από αυτό.

 

Δώστε συγκεκριμένη βοήθεια και πάρ­τε εσείς την πρωτοβουλία να τηλεφω­νήσετε στο άτομο που θρηνεί. Αν ταυ­τόχρονα δείξετε σεβασμό απέναντι στην ιδιωτική του ζωή, ο άλλος θα ε­κτιμήσει τη χειροπιαστή σας βοήθεια σε καθημερινές του ανάγκες.

 

Περιμένετε ότι στο μέλλον θα υπάρ­ξουν δύσκολες περίοδοι, κατά τις ο­ποίες το άτομο θα κληθεί να αντιμετω­πίσει οδυνηρά συναισθήματα και να πάρει αποφάσεις ακόμα και μήνες με­τά την απώλεια.

 

Να είστε στο πλευρό του ατόμου που θρηνεί.Υπάρχουν ελάχιστοι κανόνες στην προσφορά υποστήριξης πέρα από το να είστε ανοιχτοί και να νοιάζε­στε.

 

Μιλήστε για τις δικές σας απώλειες και για το πώς προσαρμοστήκατε σε αυτές. Αν και οι μηχανισμοί αντιμετώπισης που χρησιμοποιεί το άτομο που θρη­νεί μπορεί να διαφέρουν από τους δι­κούς σας, η αποκάλυψη προσωπικών πτυχών θα βοηθήσει.

 

Χρησιμοποιήστε τη σωστή σωματική ε­παφή – βάζοντας το χέρι στους ώμους του άλλου ή με μια αγκαλιά – όταν τα λόγια είναι πολύ φτωχά. Μάθετε να νιώθετε άνετα με τις στιγμές σιωπής α­ντί να φλυαρείτε άσκοπα προσπαθώ­ντας να «φτιάξετε το κέφι του άλλου».

 

Να είστε υπομονετικοί με την ιστορία του ατόμου που θρηνεί και να του επι­τρέπετε να μοιραστεί τις αναμνήσεις του από το άτομο που πέθανε. Αυτό καλλιεργεί την υγιή συνέχεια, καθώς το άτομο προσανατολίζεται σ’ ένα δια­φορετικό μέλλον.

 

«Πόσο σημαντικό είναι, αλήθεια, να φυλάμε στη μνήμη μας τις ωραίες στιγμές, γιατί αυτές θα μας βοηθήσουν να ξεπεράσουμε τις πιο κακές αναμνήσεις. Και πόσο ανεκτίμητο είναι να ζούμε το παρόν, όταν είναι παρόν και όχι όταν έχει γίνει ανάμνηση … Η αξία των ανθρωπίνων σχέσεων δεν έχει να κάνει με τη διάρκειά τους αλλά με το βάθος στο οποίο μπορούν να φτάσουν».

Dame Cicely Saunders

Το Πένθος στη Ζωή μας (1998)

*** Ο Robert Neimeyer είναι καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μέμφις και εργάζεται και ιδιωτικά ως ψυχολόγος. Από το 1982 μέχρι σήμερα διεξάγει εκτεταμένες έρευνες γύρω από τη στάση του ανθρώπου μπροστά στο θάνατο. Έχει ασχοληθεί με το άγχος του θανάτου και ιδιαίτερα με τις αυτοκτονίες και την πρόληψή τους. Έχει ασχοληθεί ακόμα και με τις αντιδράσεις των επαγγελματιών που εργάζονται στο χώρο της θανατολογίας. Έχει γράψει και επιμεληθεί 17 βιβλία, είναι συντάκτης του περιοδικού Death Studies.

 

Βιβλιογραφία:

  • Bacqué, M. – Fr. (2007). Πένθος και Υγεία (3η εκδ.). Αθήνα: Θυμάρι.
  • De Hennezel, M. (2007). Ο μύχιος θάνατος: Οι ετοιμοθάνατοι μας μαθαίνουν τη ζωή. Αθήνα: Κοάν.
  • Neimeyer, A. R. (2006). Ν’ αγαπάς και να χάνεις: Αντιμετωπίζοντας την απώλεια. Αθήνα: Κριτική.
  • Νίλσεν, Μ., & Παπαδάτου, Δ. (1998). Το πένθος στη ζωή μας. Αθήνα: Μέριμνα.
  • Παπαληγούρα Ζαΐρα. Η Ψυχολογία του Θανάτου και του Πένθους, Corpus 2007, Α.Π.Θ. Θεσσαλονίκη: Ξηρογραφία.

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι:

www.merimna.org.gr (Εταιρεία για τη Φροντίδα Παιδιών και Οικογενειών στην Αρρώστια και το Θάνατο).

 

Περισσοτερα

Χρήση ουσιών – Πρόληψη

Little Prince

«Ο μικρός πρίγκιπας»
του Αντουάν ντε Σαίντ – Εξυπερί

 

-«Καλημέρα», είπε ο μικρός πρίγκιπας.
-«Καλημέρα», είπε ο έμπορος.
Ο έμπορος πουλούσε κάτι μικρά τελειοποιημένα χάπια που κόβουν τη δίψα. Παίρνεις ένα και περνάει μια εβδομάδα ώσπου να ξαναδιψάσεις.
-«Γιατί τα πουλάς αυτά;», ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας.
-«Είναι μεγάλη οικονομία χρόνου», είπε ο έμπορος. «Οι ειδικοί λογάριασαν ότι γλιτώνεις έτσι 53 λεπτά την εβδομάδα».
-«Και τι τα κάνεις αυτά τα 53 λεπτά;»
-‘Τα κάνεις ότι θέλεις …»
Εγώ, σκέφτηκε ο μικρός πρίγκιπας, αν είχα 53 λεπτά στη διάθεσή μου, θα πήγαινα αργά αργά ως την πηγή …

Πηγή: Σαίντ – Εξυπερί, 1988 & www.pyxida.org.gr

Τι είναι εξαρτησιογόνος ουσία ή ναρκωτικό;

Εξαρτησιογόνος ουσία είναι κάθε ουσία σε υγρή μορφή, σε σκόνη, σε ταμπλέτα, σε φυτική σύσταση, σε σπρέι, που επιδρά στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (Κ.Ν.Σ) και αλλάζει την αντίληψη, το συναίσθημα, τη διάθεση, τη συμπεριφορά και τον τρόπο λειτουργίας του σώματος του ατόμου που τα χρησιμοποιεί.

Ποιες είναι οι εξαρτησιογόνες ουσίες;

Οι εξαρτησιογόνες ουσίες διακρίνονται σε:

  • Νόμιμες (καπνός, οινοπνευματώδη ποτά) και σε
  • Παράνομες (χασίς, ηρωίνη, κοκαΐνη, χάπι «έκσταση» κ.ά.)

Υπάρχει και μια ενδιάμεση κατηγορία ουσιών που αποτελείται από ψυχοτρόπα φάρμακα (ηρεμιστικά, αγχολυτικά, υπνωτικά κ.λπ.) και η κατάχρησή τους μπορεί να οδηγήσει στην εξάρτηση.

Στις εξαρτησιογόνες ουσίες κατατάσσονται επίσης οι εισπνεόμενες ουσίες όπως σπρέι, κόλλες, βενζίνη.

 

Τι είναι η εξάρτηση από ουσίες;

Εξάρτηση από ουσίες είναι η συνεχής ανάγκη του ατόμου για τη χρήση μιας ουσίας. Η εξάρτηση μπορεί να είναι:

  • Σωματική: όταν ο οργανισμός του χρήστη μιας ουσίας δεν μπορεί να λειτουργήσει φυσιολογικά χωρίς την ουσία αυτή, και
  • Ψυχολογική: όταν ο χρήστης έχει ανάγκη από τη χρήση της ουσίας για να νιώσει καλά, να διώξει το άγχος ή την ψυχική πίεση ή απλά για να νιώθει φυσιολογικός και να μπορεί να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της καθημερινής ζωής.

Όλες οι περιπτώσεις σωματικής εξάρτησης εμπεριέχουν την ψυχική, ενώ δε συμβαίνει πάντα το αντίθετο. Όλοι όσοι κάνουν χρήση μιας εξαρτησιογόνου ουσίας δεν είναι απαραίτητα εξαρτημένοι από την ουσία αυτή. Για να επέλθει η εξάρτηση χρειάζεται ένα χρονικό διάστημα συνεχούς χρήσης της ουσίας, που ποικίλλει ανάλογα με την ουσία, την ποσότητα, τον τρόπο χρήσης.

Συνήθως ένα άτομο θεωρείται εξαρτημένο όταν ισχύουν τρία από τα παρακάτω για μεγάλο χρονικό διάστημα:

  • Έντονη επιθυμία χρήσης της ουσίας.
  • Ανάπτυξη ανοχής στη χρήση της ουσίας (δηλ. ανάγκη για συνεχή αύξηση των δόσεων της ουσίας που χρησιμοποιείται ή μείωση της επίδρασης της ουσίας παρά το ότι χρησιμοποιείται η ίδια ποσότητα ουσίας).
  • Εμφάνιση στερητικού συνδρόμου, όταν διακοπεί ή μειωθεί η χρήση.
  • Ανάλωση σημαντικού χρόνου γύρω από τη χρήση ουσιών ή την αναζήτηση τους.
  • Εγκατάλειψη σημαντικών δραστηριοτήτων (κοινωνικών, επαγγελματικών, εκπαιδευτικών, ψυχαγωγικών) λόγω της χρήσης.
  • Εμμονή στη χρήση της ουσίας, παρά το γεγονός ότι προκαλεί στο χρήστη σοβαρά σωματικά, ή ψυχολογικά προβλήματα, καθώς και δυσλειτουργίες σε κύριους τομείς της ζωής του.
  • Ανεπιτυχείς προσπάθειες ελέγχου ή διακοπής της χρήσης.

Ποιες οι αιτίες της χρήσης ουσιών;

Οι παράγοντες που δημιουργούν προϋποθέσεις για την εμφάνιση της χρήσης ουσιών αναπτύσσονται τις περισσότερες φορές κατά την παιδική και εφηβική ηλικία, οι οποίες έχουν αναγνωριστεί ως κρίσιμες στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της ψυχικής υγείας. Επομένως, οι επιδράσεις του οικογενειακού περιβάλλοντος κατά τη διάρκεια τους είναι καθοριστικές για τη μετέπειτα εξέλιξη του ατόμου. Η μελέτη περιπτώσεων χρηστών ουσιών οδηγεί σε ένα ιστορικό παιδικής ηλικίας ταλαιπωρημένης συναισθηματικά.

 

Έρευνες δείχνουν ότι για την εμφάνιση της χρήσης ουσιών από κάποιο άτομο συμβάλλει ένας συνδυασμός παραγόντων που αλληλεπιδρούν και διακρίνονται σε τρεις βασικές κατηγορίες:

  • Κοινωνικοί-περιβαλλοντικοί παράγοντες (οικογένεια, σχολείο, συνομήλικοι-επιρροές τους).
  • Ατομικοί-ψυχολογικοί παράγοντες (η προσωπικότητα του ατόμου, η συμπεριφορά του, η ενδεχόμενη ψυχοπαθολογία του).
  • Βιολογικοί παράγοντες (η ουσία, τα χαρακτηριστικά της και ο ανθρώπινος οργανισμός).

Ο συνδυασμός αυτός διαφοροποιείται μεταξύ των ατόμων, αλλά και στο ίδιο το άτομο κατά τη διάρκεια του χρόνου. Αυτό σημαίνει ότι κάθε περίπτωση χρήσης ή και εξάρτησης είναι μοναδική και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται. Δεν υπάρχει ένα προφίλ χρήσης, όπως επίσης δεν υπάρχει ένα μοναδικό προφίλ ατόμου σε κίνδυνο.

 

Πως μπορούν οι γονείς να βοηθήσουν στην πρόληψη της χρήσης ουσιών

Εμείς οι γονείς γνωρίζουμε τα παιδιά μας καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο και εμείς είμαστε αυτοί που μπορούμε να τα επηρεάσουμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο …

  • Το παιδί πρέπει να έρχεται στη ζωή μόνο όταν είναι επιθυμητό, όταν ως γονείς είμαστε έτοιμοι να δημιουργήσουμε ζεστή ατμόσφαιρα και θετικές σχέσεις μαζί του. Η θετική, ζεστή σχέση μεταξύ γονέων και παιδιών προσφέρει προστασία και αίσθημα ασφάλειας.
  • Η ανοιχτή, αληθινή και άμεση επικοινωνία μέσα στην οικογένεια, ιδιαίτερα μεταξύ γονέων και παιδιών, καθώς και η συνεννόηση και παραδοχή ανάμεσα στους συζύγους επιτρέπει την επίλυση προβλημάτων, το μοίρασμα προσωπικών αγωνιών, την ψυχολογική στήριξη, την αντιμετώπιση του άγχους, και τελικά, τη δημιουργία ισχυρών οικογενειακών δεσμών.
  • Οι ρεαλιστικές προσδοκίες των γονέων για τα παιδιά τους, όχι παράλογες αλλά ούτε χαμηλές, και η θετική στάση τους απέναντι στις ικανότητες των παιδιών ενισχύουν την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθησή τους. Παράλληλα, επιτρέπουν στα παιδιά να θέτουν ρεαλιστικούς στόχους για τη ζωή τους, να γίνονται υπεύθυνα και να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες (οι χρήστες ουσιών δεν έχουν αυτοεκτίμηση, δεν έχουν συνηθίσει από νωρίς στις υπεύθυνες επιλογές).
  • Παραδεχτείτε το παιδί σας όπως είναι κι όχι όπως θα «θέλατε» να είναι.. Μην υπερτιμάτε τις δυνάμεις του, τη νοημοσύνη του, στις σπουδές του και στην επιλογή επαγγέλματος. Μην το ταπεινώνετε και μην κάνετε μόνιμα συγκρίσεις με άλλα παιδιά ή με τον εαυτό σας. Καθένας έχει την αξία του, βοηθήστε το να τη βρει.
  • Η ανάληψη μικρών ευθυνών αρχικά και μεγαλύτερων αργότερα, καθώς και η οριοθέτηση δημιουργεί σταδιακά στα παιδιά την αίσθηση ότι μπορούν να σταθούν στα πόδια τους (αίσθηση αυτονομίας) και ότι είναι χρήσιμα. Μην υπερπροστατεύετε το παιδί και μην το δικαιολογείτε πάντα. Οι ξεκάθαροι, σταθεροί και συνεπείς κανόνες είναι σημαντικοί (π.χ. «όχι χρήση ουσιών») και δίνουν πλαίσιο στη ζωή. Στην πραγματικότητα τα ίδια τα παιδιά, παρότι συχνά αντιδρούν, θέλουν τους κανόνες γιατί τους δίνουν την αίσθηση ασφάλειας, σιγουριάς, ανακούφισης.
  • Η επαφή των γονέων με το σχολείο και η επικοινωνία με τους ανθρώπους ενός χώρου ο οποίος όχι μόνο προσφέρει γνώσεις στα παιδιά, αλλά επίσης τα εκπαιδεύει σε κοινωνικές και προσωπικές δεξιότητες, είναι σημαντικά για την ενίσχυση της προσωπικότητας τους.
  • Η προεφηβεία-εφηβεία είναι μια φάση ζωής γεμάτη προβληματισμούς, οι σχέσεις μας με το παιδί μας δοκιμάζονται. Κρατείστε την ισορροπία με κατανόηση, δίνοντας στους εφήβους ευκαιρίες για συζήτηση, μάθετε να τους ακούτε, διατηρήστε το διάλογο μαζί τους (οι χρήστες ουσιών έχουν διακόψει από καιρό το διάλογο με τους γονείς και τους άλλους).
  • Μην αποξενώνετε το παιδί σας από φίλους, από διάφορες ομάδες (πολιτιστικές, αθλητικές). Μην το καθηλώνετε στην ακινησία της καρέκλας και των πολλών μαθημάτων, που δεν αφήνουν ελεύθερο χρόνο (οι χρήστες ουσιών είναι συνήθως απομονωμένα παιδιά). Η ομαδική ευθύνη είναι το κίνητρο για δράση, για δημιουργία.
  • Περάστε στα παιδιά σας ιδανικά, διότι ανοίγουν ορίζοντες, θεμελιώνουν την αισιοδοξία, δίνουν όραμα και αγωνιστική διάθεση για τη ζωή.
Μην θεωρήσετε ότι έχετε αποτύχει ως γονείς, επειδή ανακαλύψατε ότι το παιδί σας κάνει χρήση ουσιών. ΑΥΤΟ ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΔΕΝ ΙΣΧΥΕΙ. Οι γονείς πρέπει να δεχθούν ότι η συμπεριφορά των παιδιών τους δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα τη δική τους προσωπικότητα. Ακόμη κι αν είναι πολλοί εκείνοι που θα επιχειρήσουν να τους καταστήσουν υπεύθυνους για τη συμπεριφορά των παιδιών τους, δεν πρέπει να το δεχθούν. Σ’ αυτή τη κρίσιμη στιγμή σταθείτε δίπλα στο παιδί σας και βοηθείστε το να πάρει σωστές αποφάσεις και να κάνει κατάλληλες επιλογές που θα το βοηθήσουν θετικά στη ζωή του. Κι αν καμιά φορά το παιδί σας δεν βρει αμέσως το σωστό δρόμο, μην το αποξενώσετε. Κρατάτε ανοιχτές τις πόρτες του σπιτιού και της καρδιάς.

 

Τα παιδιά που μαθαίνουν από τους γονείς τους για τους κινδύνους των ναρκωτικών έχουν 36% λιγότερες πιθανότητες από τα υπόλοιπα παιδιά να καπνίσουν χασίς, 50% λιγότερες πιθανότητες να πάρουν εισπνεόμενα, 56% λιγότερες πιθανότητες να κάνουν χρήση κοκαΐνης και 65% λιγότερες πιθανότητες να κάνουν χρήση LSD.

 

Πως μπορούμε να καταλάβουμε ότι το παιδί μας κάνει χρήση ουσιών;

Ανησυχητικά σημάδια(Υπηρεσίες του Κ.Ε.Θ.Ε.Α. για εφήβους, νεαρούς ενήλικες και τις οικογένειές τους):

  • Ξαφνικές εναλλαγές στη διάθεση.
  • Συχνά ψέματα.
  • Απομόνωση, μελαγχολία, κόπωση.
  • Ανεξήγητη επιθετικότητα, εχθρότητα, νευρικότητα και απώλεια συνεργασίας.
  • Αντίδραση στην πειθαρχία του σπιτιού ή του σχολείου.
  • Αρνητικές αλλαγές στο σχολείο, αδικαιολόγητες απουσίες ή βαθμοί που πέφτουν.
  • Σταδιακή μείωση ενδιαφερόντων (σχολείο, αθλήματα, φίλοι).
  • Ανορεξία, απώλεια βάρους.
  • Αδιαφορία για την εμφάνισή του.
  • Ασυνήθιστη νωθρότητα, υπνηλία, αϋπνία ή μειωμένη ενεργητικότητα.
  • Ξεσπάσματα υπερβολικής δραστηριότητας.
  • Ξαφνικές αναχωρήσεις από το σπίτι.
  • Τηλέφωνα από αγνώστους.
  • Εξαφάνιση χρημάτων ή άλλων αντικειμένων.
  • Σπατάλη χρημάτων, συνεχής απαίτηση για χαρτζιλίκι, ακόμα και για μικροποσά.
  • Αλλαγή των παλιών φίλων με άγνωστους καινούριους.
  • Αυξημένη μυστικότητα σχετικά με προσωπικά αντικείμενα ή και δραστηριότητες.
  • Χρήση αρωματικών κεριών, αποσμητικά χώρου για να κρύψουν τις “ύποπτες” μυρωδιές.
  • Παράξενες μυρωδιές, λεκέδες ή σημάδια στο σώμα του.
  • Χρήση αποσμητικών στόματος ή καραμέλες.
  • Εξαφάνιση ειδών από το φαρμακείο του σπιτιού (πχ. ηρεμιστικά ή άλλα χάπια, κολλύριο).
  • Έλλειψη ειδών νοικοκυριού (πχ. αλουμινόχαρτο, κόλλες, βενζίνη, λακ, μανό, μπλάνκο).
Προσοχή!! Συχνά τα σημάδια που πιθανά να σχετίζονται με τη χρήση ουσιών συγχέονται με τα συμπτώματα και τα σημάδια της εφηβείας. Μην βγάζετε γρήγορα συμπεράσματα, καθώς τα παραπάνω μπορεί να εμφανίζονται σε ένα παιδί που έχει άλλα προβλήματα (π.χ. συναισθηματικά).Οι αλλαγές που είναι ακραίες και έχουν χρονική διάρκεια πιθανά είναι ενδείξεις χρήσης

 

Πρώτες βοήθειες σε περίπτωση που το παιδί έχει κάνει χρήση

Σύμφωνα με τον Τομέα Πρόληψης του Κ.Ε.Θ.Ε.Α., τα ναρκωτικά επηρεάζουν τον καθένα διαφορετικά ανάλογα με την ποσότητα που έχει πάρει, τη συναισθηματική του διάθεση και το περιβάλλον του. Πιο αναλυτικά:

Οι αμφεταμίνες, η κάνναβη, η «έκσταση», το LSD και τα μαγικά μανιτάρια μπορούν μερικές φορές να κάνουν το χρήστη να νιώθει ένταση και πανικό. Αν συμβαίνει αυτό:

  • Ηρεμήστε το και καθησυχάστε το. Προσπαθήστε να είστε ψύχραιμοι. Μιλήστε με φυσιολογικό τόνο φωνής και αν νιώθετε φοβισμένοι ή ανήσυχοι προσπαθήστε να μην το αφήσετε να το καταλάβει.
  • Εξηγήστε ότι τα συναισθήματα θα περάσουν.
  • Ενθαρρύνετε το να καθίσει σε ένα ήσυχο, αμυδρά φωτισμένο δωμάτιο.
  • Εάν αρχίσει να αναπνέει γρήγορα, ηρεμήστε το και ζητήστε του να παίρνει αργές, βαθιές αναπνοές.

Η ηρωίνη, τα ηρεμιστικά και η κατάχρηση αερίων ή κόλλας μπορεί να κάνουν το χρήστη να νιώθει υπνηλία. Αν αυτό συμβεί:

  • Ηρεμήστε το και καθησυχάστε το. Μιλήστε με χαμηλή, ήρεμη φωνή και προσπαθήστε να μην πανικοβληθείτε.
  • Μην το φοβίζετε ή το τρομάζετε.
  • Ποτέ μην του δίνετε καφέ για να το ξυπνήσετε.
  • Εάν τα συμπτώματα συνεχίσουν, τοποθετείστε το σε θέση ανάπαυσης (πλάγια και σε εμβρυακή σχεδόν θέση. Προσοχή μην γυρίσει η γλώσσα και εμποδίσει την αναπνοή).

Η κατάχρηση αλκοόλ, εισπνεόμενων (κόλλες, βενζίνη), η υπερβολική δόση ηρωίνης, ηρεμιστικών ή χαπιών «έκσταση» μπορούν να προκαλέσουν και αναισθησία. Εάν αυτό συμβεί:

  • Καλέστε το 166 αμέσως και ζητήστε ασθενοφόρο δηλώνοντας τόπο και διεύθυνση. Ποτέ μην ντραπείτε να έρθετε σε επαφή με τις υπηρεσίες άμεσης βοήθειας. ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΩΣΕΤΕ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΣΑΣ.
  • Τοποθετείστε το παιδί σε θέση ανάπαυσης έτσι ώστε να μην πνιγεί αν κάνει εμετό.
  • Ελέγξτε την αναπνοή. Να είστε έτοιμοι να κάνετε τεχνητή αναπνοή (το γνωστό «φιλί της ζωής»).
  • Κρατείστε το παιδί ζεστό, αλλά όχι υπερβολικά ζεστό. Σε περίπτωση που κάποιος έχει πάρει «έκσταση» και πιστεύετε ότι έχει υπερθερμανθεί, βεβαιωθείτε ότι έχει αρκετή δροσιά, φρέσκο αέρα και απομακρύνετε κάθε υπερβολικό ρούχο (καπέλο, γάντια).
  • Αν γνωρίζετε τι ουσία έχει πάρει, πείτε το στο πλήρωμα του ασθενοφόρου. Αν βρείτε ναρκωτικά και δεν γνωρίζετε τι είναι, παραδώστε τα στο πλήρωμα του ασθενοφόρου.

 

Βιβλιογραφία:

  • Γεωργάκας, Π. (2007). ΕΞΑΡΤΗΣΗ – Μια ατομική επιλογή. ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ – Μια συλλογική διαδικασία. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο.
  • Έντυπο ενημέρωσης «Μας χρειάζονται»Υπηρεσίες του Κ.Ε.Θ.Ε.Α. για εφήβους, νεαρούς ενήλικες και τις οικογένειές τους. Κ.Ε.Θ.Ε.Α. (Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων).
  • Έντυπο ενημέρωσης «Γονείς ας είμαστε προετοιμασμένοι». Τομέας Πρόληψης Κ.Ε.Θ.Ε.Α.
  • Σαίντ – Εξυπερί, Α. Ν. (1988). Ο μικρός πρίγκιπας, Κεφ. ΚΓ΄, σ. 75. Αθήνα: ύψιλον/ βιβλία.
  • Χαραλαμπίδης, Ε. (2003). Στοιχεία για τις εξαρτησιογόνες ουσίες (Γρ. Λεκάκης & Ι. Λιάππας, Επιμ. Έκδ., 2η έκδ.). Κέντρο Εκπαίδευσης για την Πρόληψη της Χρήσης Ναρκωτικών και την Προαγωγή της Υγείας (Ε.Π.Ι.Ψ.Υ – Ο.ΚΑ.ΝΑ.). Αθήνα: Ε.Π.Ι.Ψ.Υ.
  • Χουρδάκη, Μ. (2000). Οικογενειακή Ψυχολογία (4η έκδ.). Αθήνα: Leader Books.
  • Χουρδάκη, Μ. (2000). Ναρκωτικά. Πρωτογενής Τομέας (3η έκδ.). Αθήνα: Leader Books.

Χρήσιμοι Σύνδεσμοι:

www.prevention.gr (Τομέας Πρόληψης Κ.Ε.Θ.Ε.Α)

www.okana.gr (Οργανισμός Κατά των Ναρκωτικών)

www.pyxida.org.gr (Κέντρο Πρόληψης Δ. Συκεών Θεσσαλονίκη)

 

Περισσοτερα

Εκπαίδευση και συμβουλευτική γονέων

Μετά την αναγνώριση που έχει η οικογενειακή ζωή στην παιδική και εφηβική ηλικία για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της ψυχικής υγείας αναπτύχθηκε ως μια πρακτική πρόληψης η εκπαίδευση και η συμβουλευτική γονέων με γνωστότερο το σχήμα των Σχολών Γονέων. Στην Ελλάδα οι Σχολές Γονέων λειτουργούν από το 1962 και στοχεύουν στην πρωτογενή πρόληψη, ενώ βασικοί σκοποί λειτουργίας τους είναι: α) η στήριξη του δοκιμαζόμενου θεσμού της οικογένειας, β) η διαφύλαξη και προστασία της ψυχικής υγείας και θετικής εξέλιξης του παιδιού και όλων των μελών της οικογενειακής ομάδας, και γ) η εκπαίδευση του γονέα σε μεθόδους αποτελεσματικότερης επικοινωνίας με το παιδί του (Χουρδάκη, 2000β, 2001. Παππά, 2006).

Το πρόβλημα επικοινωνίας μεταξύ γονέων και παιδιών φαίνεται να παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις, αφού σε πρόσφατη έρευνα βρέθηκε ότι το 40% περίπου των μαθητών αντιμετωπίζουν προβλήματα με τους γονείς τους, και μάλιστα, επιλέγουν να μην τα συζητούν με κανέναν (Μπρούμου, 2008). Για την πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών οι Σχολές Γονέων, σύμφωνα με το «Εξελικτικό Σύστημα» της Μαρίας Χουρδάκη (το οποίο βασίζεται στις αρχές της «Διεθνούς Ομοσπονδίας για την Εκπαίδευση των Γονέων») έχουν ως στόχο να προσφέρουν στους γονείς: α) βασικές γνώσεις μέσα από την ενημέρωση-πληροφόρηση (information) για σημαντικά θέματα της εξέλιξης του παιδιού τους με βάση τα σύγχρονα δεδομένα της Εξελικτικής και της Οικογενειακής Ψυχολογίας και, β) διαμόρφωση-διαφοροποίηση (formation) της στάσης και της συμπεριφοράς του γονέα απέναντι στο παιδί σε κάθε φάση της ζωής του και κατά συνέπεια, όλων των μελών της οικογένειας. Εκείνο που τονίζεται είναι ότι η Σχολή Γονέων δεν παρέχει «έτοιμες συνταγές» ή «κανόνες» επιτυχίας αλλά αποσκοπεί στην πρόληψη προβλημάτων, την προστασία της ψυχικής υγείας της οικογένειας και όχι στη θεραπεία.

Όσον αφορά την οργάνωση, διαμορφώνονται μικρές ομάδες των 12-15 ατόμων και ανάλογα με τη θεματική ενότητα και το ηλικιακό επίπεδο των παιδιών οι Ομάδες Γονέων διαφοροποιούνται σε: α) Σχολή Γονέων Βρεφικής-Νηπιακής ηλικίας, β) Σχολή Γονέων Σχολικής ηλικίας και γ) Σχολή Γονέων Εφηβικής ηλικίας. Σχετικά με τη μεθοδολογία, ακολουθείται η γνωστή εργασία με ομάδες (group work), τις οποίες συντονίζει ειδικός ψυχικής υγείας, και σε ατμόσφαιρα που γίνεται σταδιακά φιλική κάθε γονέας έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει τις απόψεις του, να ακούσει τις αντίστοιχες θέσεις των άλλων γονέων και τελικά να γίνει συζήτηση με τον ειδικό. Έτσι, οι γονείς οδηγούνται προς τη συνειδητοποίηση του ρόλου τους και σταδιακά και προοδευτικά προς τη διαφοροποίησή τους (Χουρδάκη, 2000β, 2001. Παππά, 2006, 2008).

Οι συναντήσεις γίνονται με εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη συχνότητα και διαρκούν 1:30΄. Η θεματολογία των συναντήσεων προσδιορίζεται ανάλογα με τα ενδιαφέροντα των γονέων και σύμφωνα με σχετικά τους αιτήματα. Μια παρατήρηση που ίσως έχει ενδιαφέρον για την ελληνική πραγματικότητα είναι ότι, ενώ όλοι οι γονείς παρουσιάζουν στην αρχή ενδιαφέρον μόνο σε θέματα ψυχολογίας παιδιού, όταν προχωρήσει η εργασία της ομάδας στρέφονται στη δική τους ψυχολογία. Πρώτη ερμηνεία είναι πως οι γονείς για πρώτη φορά έχουν τη δυνατότητα να παρουσιάσουν, να συζητήσουν, να ερμηνεύσουν την προσωπική τους ψυχολογία από την πλευρά τόσο των παιδικών τους βιωμάτων όσο και των πολλαπλών άλλων παραγόντων, κοινωνικών, οικονομικών, πολιτιστικών, πολιτικών που τη διαμορφώνουν, αφού συνδέονται άμεσα με την καθημερινή προβληματική των γονέων κι ερμηνεύουν τις πολλαπλές στάσεις τους. Η δεύτερη ερμηνεία έχει σχέση με το γεγονός πως οι γονείς για πρώτη φορά συνειδητοποιούν την αλήθεια πως τα περισσότερα προβλήματα των παιδιών τους έχουν άμεση αναφορά προς τη δική τους ψυχολογία. Οι δύο ψυχολογίες είναι «συγκοινωνούντα δοχεία» (Χουρδάκη, 2000α).

Τα αποτελέσματα των εργασιών των Σχολών Γονέων στη μακρά διάρκεια λειτουργίας τους (1962-2010) υπήρξαν θετικά. Πολλές οικογένειες έχοντας την εμπειρία της πραγματικής στήριξης και καθοδήγησης βρήκαν το δρόμο τους. Σημαντική ήταν η εκτίμηση των γονέων, γιατί με τη βοήθεια της επιστήμης προχώρησαν με τα παιδιά τους και ξεπέρασαν δυσκολίες επικοινωνίας και προσαρμογής. Οι Σχολές Γονέων δεν υποστηρίζουν ότι είναι σε θέση να δώσουν άμεσες λύσεις, αλλά ότι δυναμώνουν το άτομο να έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του, στις δυνάμεις του προκειμένου να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες και τα προβλήματα που προκύπτουν (Χουρδάκη, 2001).

 

Βιβλιογραφία:

  • Μπρούμου, Μ. (2008). Ανάγκες Συμβουλευτικής Παιδιών Σχολικής και Εφηβικής Ηλικίας με Προβλήματα Συμπεριφοράς. Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 84-85, 158-172.
  • Παππά, Β. (2006). Επάγγελμα Γονέας. Ψυχολογικοί τύποι γονέων και συμπεριφορά παιδιών και εφήβων. Αθήνα: Καστανιώτης.
  • Παππά, Β. (2008). Γονείς, Παιδιά και ΜΜΕ. Ένας οδηγός γονικής συμπεριφοράς. Αθήνα: Καστανιώτης.
  • Χουρδάκη, Μ. (2000α). Οικογενειακή Ψυχολογία (4η έκδ.). Αθήνα: Leader Books.
  • Χουρδάκη, Μ. (2000β). Σχολές Γονέων (1962-2000). Αθήνα: Σχολές Γονέων.
  • Χουρδάκη, Μ. (2001). «Οι αναντικατάστατοι Παιδαγωγοί. Η εκπαίδευση της οικογένειας. Σχολές Γονέων». Σύγχρονη Εκπαίδευση, 118, 33-39.

Σχετικά Links:

http://www.sxolesgonewn.gr/ 

Περισσοτερα