Γερασιμούλα (Μίνα) Μπρούμου

Συμβουλευτική Ψυχολόγος

28ης Οκτωβρίου 19, Ιωάννινα

Το ψέμα στην εφηβεία και πώς θα το αντιμετωπίσουμε

Ψέμα είναι καθετί που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, η εσκεμμένη παραποίηση ή απόκρυψη της αλήθειας. Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι μπορεί να σημαί­νουν τα ψέματα στην φάση της εφηβείας καλό θα ήταν να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε τι σημαίνει το ψέμα σε κάθε ηλικία και ποιοι είναι οι γενικοί κανόνες γύρω από τη διαμόρφωση της ηθικής συνείδησης των παιδιών.

Τα παιδιά στην προσχολική ηλικία, μεταξύ 3μισι και 6 ετών, βρίσκονται στο στάδιο όπου αρχίζουν να αναπτύσσουν τη φαντασία τους. Το ψέ­μα σε αυτές τις ηλικίες είναι αναμενόμενο και δεν λέγεται από τα παιδιά με την πρόθεση της εξαπάτησης, αλλά αποδίδεται στη διαδικασία καλλιέργειας της φαντασίας τους και στη δυσκολία τους να διαχωρίσουν το φανταστικό από το πραγματικό. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι όταν λέει το παιδί «μαμά, η αρκουδίτσα έφαγε όλο το μέλι..!». Επίσης, το ψέμα στα παιδιά προσχολικής ηλικίας είναι αναμενόμενο, γιατί αποτελεί μέρος της εγωκε­ντρικής τους σκέψης και το «εγωκεντρικό» παιδί συνηθίζει να προσαρμόζει την αλήθεια στις δικές του επιθυμίες. Για παράδειγμα, μπορεί να πει ψέματα στην προσπάθειά του να πα­ρουσιάσει τα πράγματα όπως εκείνο θα ήθελε να είναι ή όπως θα φοβόταν πώς θα μπορούσε να είναι. Τέλος, ένα παιδί μπορεί να καταφύγει στο ψέμα όταν θέλει να αναπλη­ρώσει κάποια πραγματική ή φανταστική ατέλειά του.

Στη σχολική ηλικία, περίπου γύρω στα 7, αρχίζει σταδιακά να γί­νεται η διάκριση μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Μέχρι αυτή την ηλικία το παιδί δεν έχει ακόμα ξεκαθαρι­σμένη αντίληψη για το τι είναι ψέμα. Έτσι θεωρεί ότι το ψέμα είναι κάτι κακό, απλώς επειδή τιμωρείται από τους μεγάλους. Καθώς ένα παιδί μεγαλώνει και βγαίνει εξελικτικά από το στάδιο του εγωκεντρισμού, δηλαδή στην ηλικία των 8 με 9 ετών, αρ­χίζει σταδιακά να αντιλαμβάνεται τις πράξεις του και από τη σκοπιά των άλλων και να θεωρεί το ψέμα μεμπτό -ακό­μα και όταν δεν τιμωρείται. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτή την ηλικία, οι αντιλήψεις γύρω από το ψέμα δεν είναι πλήρως ξεκαθαρισμένες και κατανοητές και είναι άμεσα συνδεδεμένες με τις απόψεις των γονέων. Μετά την ηλικία των 10 ετών το παιδί αρχίζει να καθιστά την πρόθεση ως το κύριο κριτή­ριο για την εκτίμηση ενός ψέματος. Τότε πια ξεφεύγει από την ηθική που επιβάλλει ο περιορισμός των γονέων και αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι η ειλικρίνεια είναι απαραί­τητη προϋπόθεση για την κοινωνική συνεργασία και ότι αποτελεί το καλύτερο μέσο επικοινωνίας με τους γύρω μας.

Στη φάση της εφηβείας, που μας ενδιαφέρει περισσότερο, το ψέμα ερμηνεύεται κάπως διαφορετικά. Οι γονείς που έχουν παιδιά στην εφηβική ηλικία, γνω­ρίζουν ότι οι έφηβοι έχουν μια αυξημένη ανάγκη για ιδιωτικότητα και όχι για ενημερότητα των προσωπικών τους θεμάτων. Οι έφηβοι έχουν ανάγκη να κρα­τούν την προσωπική τους ζωή μυστική από τους γονείς τους, ενώ αυξάνεται και η ανάγκη τους να συζητούν τα πά­ντα με τους φίλους τους. Στην εφηβική ηλικία, οι γονείς θα πρέπει να σέβονται την προσωπική ζωή του εφήβου και να μην γίνονται παρεμβατικοί και ελεγκτικοί, καθώς αυ­τός ο έλεγχος από τη μεριά των γονέων, μπορεί να οδηγή­σει τους εφήβους στο ψέμα προκειμένου να διαφυλάξουν την προσωπική ζωή τους και να προσπαθήσουν να αυτονομηθούν. Επίσης, οι γονείς που είναι πολύ αυστηροί ή αυταρχικοί μπορεί να ενισχύσουν την τάση του παιδιού τους στο ψέμα εάν δεν είναι διατεθειμένοι να διαπραγματευ­τούν οποιοδήποτε είδος ελευθερίας μαζί του. Εάν ένας έφηβος πιστεύει ότι οι γονείς του δεν μπορούν να τον κα­ταλάβουν ή ότι θα πέσει στα μάτια τους εάν τους εκμυστη­ρευτεί κάποια επιθυμία ή πράξη του, η οποία δεν ταιριά­ζει με τα δικά τους πρότυπα, τότε θα επιλέξει να πει ψέμα­τα. Παρά το ότι ο έφηβος φαίνεται να απορρίπτει τους γο­νείς του, την ίδια στιγμή έχει ανάγκη αυτοί να τον σέβονται, να τον εκτιμούν και να τον θαυμάζουν.

Επιπρόσθετα, οι γονείς που περιμένουν πάρα πολλά από τους εφήβους ή  έχουν υπέρμετρες προσδοκίες από αυτούς συχνά τους οδηγούν με τη στάση τους να λένε ψέματα. Για παράδειγμα, ο έφηβος που έχει επιφορτιστεί με τις προσδοκίες των γονιών του για υψηλή επίδοση και πρωτιά είναι πολύ πιθανό να δηλώσει ότι πήρε άριστα στο σχολείο, επειδή δε θέλει να απογοητεύσει τους γονείς τους ή να βιώσει την απόρριψη από έναν αυταρχικό ή τιμωρητικό γονιό. Οι έφηβοι αυτοί βιώνουν συναισθήματα ανασφάλειας, μειονεξίας και καταφεύγουν σε ψέματα για να συγκαλύψουν αυτή τους την ανασφάλεια. Τα ψέματα που προκύπτουν από τον παραπάνω λόγο δεν υποδηλώνουν τίποτε άλλο παρά χαμηλή αυτοεκτίμηση και έλλειψη αυτοπεποίθησης.

Όταν λοιπόν ο γονιός ανακαλύψει ότι το έφηβο παιδί του έχει πει ψέματα, πρέπει πρώτα να προσπαθήσει να απαντήσει στο ερώτημα: «Γιατί το παιδί μου λέει ψέματα;» και να κάνει την αυτοκριτι­κή του για να αναρωτηθεί ποιο είναι το δικό του μερίδιο ευθύνης. Εάν το ψέμα οφείλεται στην υπερβολική αυστηρότητα ή έλεγχο του γονέα, τότε και εκείνος οφείλει ν’ αναθεωρήσει τη συμπεριφορά του. Η στάση των γονιών, όταν έρχονται αντιμέτωποι με τα ψέματα των παιδιών, χρειάζεται να χαρακτηρίζεται από ψυχραιμία και ετοιμότητα. Πρώτα από όλα, χρειάζεται να αφουγκραστούν το παιδί τους και να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τις ανάγκες του. Στη συνέχεια, είναι σημαντικό να μπορέσουν να συζητήσουν μαζί του, χωρίς να το επικρίνουν ή να το ειρωνευτούν. Αυτονόητο είναι ότι, αν χρησιμοποιούν την τιμωρία, το μόνο που θα καταφέρουν θα είναι να οδηγήσουν το παιδί στο να καταφεύγει ακόμη περισσότερο στα ψέματα για να γλιτώνει την απόρριψη, τις επικρίσεις και τις τιμωρίες. Επίσης, κατά την πε­ρίοδο της εφηβείας οι γονείς δεν θα πρέπει να επιτίθενται λεκτικά στον έφηβο αποκαλώντας τον «ψεύτη» ή με τη φράση «λες ψέματα». Τέτοιοι χαρακτηρισμοί πληγώνουν το παιδί και το κάνουν να νιώθει ανάξιο, επειδή ενέχουν την επίκριση, δεν επιδεικνύουν σεβασμό, καθιστούν το παιδί αμυνόμενο και δεν το βοηθούν να αναλάβει την ευθύνη του όποιου λάθους διέπραξε. Είναι πολύ σημαντικό ως γονείς να προσέξουμε το πώς θα μιλήσουμε για να το πετύχουμε αυτό. Χρειάζεται να μιλάμε ήρεμα και αργά, φράση-φράση, δίνοντας ευκαιρία για διάλογο και παρακολουθώντας τον αντίκτυπο που τα λόγια μας έχουν στο παιδί, πόσο μας αντέχει, πόσο μας παρακολουθεί… Αντί αυτών των χαρακτηρισμών, προτιμότερη είναι η φράση «θα ήθελα να μου πεις την αλήθεια» ή «θα ήθελα να ακούσω τα γεγονότα όπως πραγματικά έγιναν. Αν δεν είσαι τώρα έτοιμος/η, σκέψου το όσο θέλεις, μπορώ να περιμένω».

Τελειώνοντας, ο τρόπος για να βοηθήσουμε τα παιδιά και τους εφήβους να μη λένε ψέματα είναι να υπάρχει ειλικρίνεια μέσα στην οι­κογένεια. Όπως είναι γνωστό, «μαγικές συνταγές» διαπαιδαγώγησης δεν υπάρχουν. Για να μάθουν τα παιδιά να εί­ναι ειλικρινή και υπεύθυνα δε χρειάζεται ούτε να αποστηθίζουν κανόνες καλής συ­μπεριφοράς ούτε να τιμωρούνται παραδειγματικά για να συ­μπεριφερθούν με τον κατάλληλο τρόπο. Εκείνο που είναι απα­ραίτητο είναι πρωτίστως οι ίδιοι οι γονείς να εκφράζονται και να λειτουργούν με τις συμπεριφορές που θέλουν να δείξουν στα παιδιά τους, και συγχρόνως να είναι κι αυτοί έτοιμοι για τη δι­κή τους προσωπική ανάπτυξη παράλληλα με την εξέλιξη των παι­διών τους. Πρέπει πρώτα οι ίδιοι να δείχνουν με την συμπεριφορά τους ότι μπορούν να εφαρμόσουν αυτά που συμβουλεύουν στις σχέσεις τους με το σύντροφο τους, με τους φίλους τους, με την ευρύτερη κοι­νωνία και με τα ίδια τους τα παιδιά! Μόνο με αυτό τον τρόπο θα αποτελέσουν σωστό και σταθερό πρότυπο προς μίμη­ση. Η συμπεριφορά τους χρειάζεται να υπαγορεύεται από την αξία της ειλικρίνειας και την ανάληψη της ευθύνης. Η ειλικρίνεια μαθαίνεται από πολύ μικρή ηλικία. Συζητώντας τακτικά με το παιδί για τις επιλογές που χρειάζεται να κάνει και για τις επιπτώσεις των πράξεών του ενισχύουμε στη συνείδηση του την αξία της ειλι­κρίνειας. Καλό είναι να ενθαρρύνουμε το παιδί μας να μιλά τακτικά για την αλήθεια και την ειλικρίνεια, γιατί έτσι αποκτά επίγνωση της σπουδαιότητας αυτού του χαρακτηριστικού.

 

Βιβλιογραφία

  • Ζαφειροπούλου, Μ., & Ψύλλου, Ρ. (2006). Έλα να χτίσουμε μαζί το χαρακτήρα σου. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Μπρούμου, Μ. (2014). Η Ψυχολογία της Γονεϊκότητας. Αθήνα: Bookstars.
  • Μπρούμου, Μ. (2015). Θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας: Εγχειρίδιο για γονείς. Αθήνα: Bookstars.
  • Παππά, Β. (2006). Επάγγελμα Γονέας. Ψυχολογικοί τύποι γονέων κα συμπεριφορά παιδιών και εφήβων. Αθήνα: Καστανιώτης.
  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων. Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
  • Το βιβλίο της Γραμμής-Σύνδεσμος για τους γονείς (2007). Πώς να μιλήσετε σε ένα παιδί για … (Ι. Τσιάντης, Επιστ. Εποπτ., & Δ. Τζίκας & Σ. Βγενοπούλου, Επιστ. Επιμ.). Αθήνα: Ε.Ψ.Υ.Π.Ε./ Κοάν.

www. efiveia.gr

 

Περισσοτερα

Συνέντευξη της Μίνας Μπρούμου για τα βιβλία της: Αλλαγές στη Μορφή της Οικογένειας και Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων. Η Συμβολή της Συμβουλευτικής Γονέων, Η Ψυχολογία της Γονεϊκότητας, Θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας – Εγχειρίδιο για Γονείς

Αγαπητή κυρία Μπρούμου, αφού σας ευχαριστήσουμε για την παραχώρηση αυτής της συνέντευξης, ας αρχίσουμε με λίγα λόγια για εσάς και το επιστημονικό σας έργο ως Συμβουλευτική Ψυχολόγος.

Σπούδασα Ψυχολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Παιδαγωγικά στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, έκανα τη μεταπτυχιακή μου ειδίκευση στη Συμβουλευτική Ψυχολογία και συνέχισα με την εκπόνηση της μεταπτυχιακής διπλωματικής μου εργασίας με θέμα: «Προβλήματα Συμπεριφοράς Παιδιών Σχολικής και Εφηβικής Ηλικίας: Εκτίμηση, Καταγραφή». Στη συνέχεια, εκπαιδεύτηκα στη Συμβουλευτική Γονέων από τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Σχολών Γονέων του οποίου είμαι και Επιστημονική συνεργάτης. Εργάζομαι ως συμβουλευτική ψυχολόγος, διατηρώντας γραφείο ψυχολόγου στην πόλη των Ιωαννίνων, και συντονίζω Ομάδες Σχολών Γονέων. Ασχολούμαι και ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα με θέματα Συμβουλευτικής και Οικογενειακής Ψυχολογίας όπως είναι η συμβουλευτική εγκύων, η συμβουλευτική γονέων και μελλοντικών γονέων, οι οικογενειακές σχέσεις, η συμπεριφορά παιδιών και εφήβων, οι πρακτικές ανατροφής και διαπαιδαγώγησης των γονέων.

-Πώς έρχεται λοιπόν η απόφαση να επιχειρήσετε την συγγραφή των δικών σας βιβλίων; Υπήρξε κάποιος παράγοντας/συνεργασία που αποτέλεσε κίνητρο ή σας έδωσε το έναυσμα για το ξεκίνημα της συγγραφικής σας δραστηριότητας;

Ναι, υπήρξε κάποια συνεργασία που αποτέλεσε κίνητρο για τη συγγραφή των δικών μου βιβλίων. Η ιδέα για τη συγγραφή ενός βιβλίου αφιερωμένου σε σύγχρονα θέματα οικογενειακής ψυχολογίας συζητήθηκε για πρώτη φορά, πριν από αρκετό καιρό, με την κα Βασιλική Παππά, συμβουλευτική ψυχολόγο και Πρόεδρο του Πανελληνίου Συνδέσμου Σχολών Γονέων. Η ίδρυση Σχολών Γονέων είναι μια προσπάθεια που έχει ξεκινήσει το 1962 στην Ελλάδα από την ψυχολόγο Μαρία Χουρδάκη, την ακούραστη εμψυχώτρια της ιδέας της επιμόρφωσης των γονιών σε Πανελλήνια κλίμακα.

Πιο αναλυτικά, οι Σχολές Γονέων ξεκίνησαν στην Ελλάδα το 1962 με πρωτοβουλία της ψυχολόγου Μαρίας Χουρδάκη. Το 1964 δημιουργείται η «Διεθνής Ομοσπονδία για την Εκπαίδευση των Γονέων» (F.I.E.P.) στα ιδρυτικά στελέχη της οποίας ήταν και η Μαρία Χουρδάκη. Το μακροχρόνιο έργο και οι ακαταπόνητες προσπάθειές της για τη διάδοση και την εδραίωση του θεσμού οδήγησαν σε πολλά βραβεία και τιμητικές διακρίσεις, όπως η βράβευση από τη Διεθνή Ομοσπονδία για την Εκπαίδευση των Γονέων (1986), από την Ακαδημία Αθηνών (1997), από τους φίλους του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού (1999), από τον Σύλλογο Ελλήνων Ψυχολόγων (2002). Το 1999 διοργανώθηκε προς τιμήν της και ως αναγνώριση του συνόλου της προσφοράς της στην επιστήμη της ψυχολογίας, πανελλήνιο συνέδριο με τη συνεργασία όλων των πανεπιστημίων της χώρας.

Ο τρόπος που εγώ σκέφτομαι και δουλεύω έχει επηρεαστεί αποφασιστικά από τα εκπαιδευτικά σεμινάρια Εκπαιδευτών/Συντονιστών Σχολών Γονέων που παρακολουθούσα πριν από λίγα χρόνια, και ως φοιτήτρια ψυχολογίας, στον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Σχολών Γονέων στην Αθήνα με εκπαιδεύτρια την κα Βασιλική Παππά. Πολλά μέρη των βιβλίων μου βασίζονται σε εκείνη την εκπαίδευση. Κάποια από αυτά έχουν διορθωθεί, αναθεωρηθεί, βελτιωθεί, εμπλουτιστεί και προσαρμοστεί για τις ανάγκες έκδοσης επιστημονικών τόμων, και κάποια άλλα, έχουν επηρεαστεί από τις βασικές θεωρητικές προσεγγίσεις στις οποίες έχω εκπαιδευτεί. Αυτές είναι η Προσωποκεντρική Προσέγγιση κατά τη διάρκεια των Μεταπτυχιακών μου σπουδών, αλλά και οι βασικές αρχές της Συστημικής Σκέψης και Θεωρίας. Ωστόσο, όταν χρειάζεται, ακολουθώ μια εκλεκτικού τύπου συμβουλευτική προσέγγιση και αυτό φαίνεται και από τη βιβλιογραφία που χρησιμοποιήθηκε για τη συγγραφή των βιβλίων, η οποία έχει επιρροές από πολλές θεωρητικές προσεγγίσεις (ψυχαναλυτική, προσωποκεντρική, συστημική, Αντλεριανή, υπαρξιακή προσέγγιση).

-Μέσω των εκδόσεων Bookstars κυκλοφορούν τρία βιβλία σας:

i) Αλλαγές στη Μορφή της Οικογένειας και Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων. Η Συμβολή της Συμβουλευτικής Γονέων

ii) Η Ψυχολογία της Γονεϊκότητας

 και το

iii) Θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας – Εγχειρίδιο για Γονείς

Θα θέλατε να μας πείτε δύο λόγια για το καθένα (πού απευθύνεται, επιγραμματικά τί πραγματεύεται, σε ποια ζητήματα δίνει λύσεις κτλ) και ποιο εξ αυτών ξεχωρίζετε;

Ναι. Το πρώτο μου, κατά χρονολογική σειρά βιβλίο, Αλλαγές στη Μορφή της Οικογένειας και Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων. Η Συμβολή της Συμβουλευτικής Γονέων, αποτελεί μια προσπάθεια ανασκόπησης της σχετικής βιβλιογραφίας και έρευνας που έχει διεξαχθεί διεθνώς σχετικά με τις επιπτώσεις που οι μεταβολές στη μορφή της οικογένειας επιφέρουν στην ψυχολογική ανάπτυξη των ίδιων των γονιών και των παιδιών τους. Η προστασία της ψυχικής υγείας του παιδιού, αλλά και όλων των μελών της οικογενειακής ομάδας, αποτελούσε ανάκαθεν πρωταρχικό μέλημα του θεσμού των Σχολών Γονέων και της ιδρύτριάς τους, Μαρίας Χουρδάκη. Το βιβλίο αυτό επιχειρεί να αποσαφηνίσει τους όρους “φυσιολογική” και “προβληματική” συμπεριφορά, να καταγράψει τα κριτήρια καθορισμού της προβληματικής συμπεριφοράς, καθώς και των συστημάτων ταξινόμησής της, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη συμπεριφορά παιδιών και εφήβων. Στη συνέχεια, ασχολείται με τους αιτιολογικούς παράγοντες της παθολογικής συμπεριφοράς, κατηγοριοποιώντας τους σε εσωτερικούς, εξωτερικούς και ψυχολογικούς. Ακολούθως, εστιάζει στο ρόλο της οικογένειας στη διαμόρφωση προβλημάτων συμπεριφοράς, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στις μεταβολές, αλλά και στη δομή και τις λειτουργίες της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας. Οι αλλαγές στον τύπο της οικογένειας προκαλούν ανάλογες συνέπειες στη συμπεριφορά παιδιών και εφήβων. Τέλος, επιχειρείται σύνδεση ανάμεσα στη Συμβουλευτική γονέων και την ψυχική υγεία, με ειδική αναφορά στο θεσμό των Σχολών Γονέων, στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς και παρουσιάζεται το έργο των ομάδων Σχολών Γονέων ως προς την πρόληψη.

Το δεύτερο βιβλίο, Η Ψυχολογία της Γονεϊκότητας, παρουσιάζει συγκεντρωμένες μερικές σημαντικές απόψεις για ένα τόσο πολύπλοκο θέμα, όπως είναι η γονεϊκότητα, καθώς και οι επιδράσεις που μπορεί να έχει η γονική ιδιότητα στην ψυχική υγεία του παιδιού και της οικογένειας. Προσφέρει πληροφόρηση σε θέματα που αφορούν την ομαλή ανάπτυξη του ζευγαριού, της οικογένειας και του παιδιού, δίνοντας παράλληλα μερικές γενικές αρχές για την πρόληψη της ψυχικής υγείας όλων των μελών της οικογενειακής ομάδας.

Το τρίτο βιβλίο, Θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας – Εγχειρίδιο για Γονείς, αποτελεί ένα πολυσέλιδο σύγγραμμα 329 σελίδων, που περιλαμβάνει όλα όσα χρειάζεται να ξέρουν οι γονείς σχετικά με την ανατροφή και τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους. Μέσα από την οπτική της πρόληψης και με απλό, αλλά συνάμα μεστό και επιστημονικό λόγο, διαπραγματεύονται θέματα που αφορούν στην ψυχική υγεία του παιδιού και προχωρά στα θέματα που σχετίζονται με τη γονική ταυτότητα, τον γονικό ρόλο. Αναφέρεται στην αναγκαιότητα της συμβουλευτικής υποψήφιων-μελλοντικών γονέων, αλλά και νέων γονέων, προχωρά στη σταχυολόγηση των δεξιοτήτων επικοινωνίας για γονείς και σε θέματα που τους απασχολούν έντονα, όπως η καλλιέργεια της αυτοεκτίμησης των παιδιών και η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Στη συνέχεια, αναπτύσσονται θέματα που έχουν να κάνουν με την παρέμβαση σε κάποιο είδος κρίσης που βιώνει η οικογένεια (απώλεια-διαζύγιο), αλλά και πιο ειδικά θέματα, όπως η χρόνια ασθένεια στην οικογένεια και το άγχος των εξετάσεων και την πρόληψη στη χρήση ουσιών. Η διατροφή, ο ύπνος, η ζήλια, τα όρια, η μελέτη του παιδιού στο σπίτι, η διαχείριση του θυμού, η σειρά γέννησης στην οικογένεια, είναι μόνο μερικά από τα πολλά θέματα που διαπραγματεύονται στο βιβλίο αυτό.

Και τα τρία βιβλία απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό αλλά και σε επαγγελματίες που έχουν σχέση με την ψυχική υγεία του παιδιού και της οικογένειας, δηλαδή απευθύνεται σε ψυχολόγους, συμβούλους, παιδοψυχιάτρους, παιδαγωγούς, κοινωνικούς λειτουργούς που ενδιαφέρονται να ενημερωθούν περαιτέρω για θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας.

-Ως επιστήμονας είναι προφανές ότι αποτυπώνεται η επιστημονική σας σκέψη και γνώση στα βιβλία σας. Ως άνθρωπος όμως, βρίσκετε τον εαυτό σας μέσα στις σελίδες τους;

Ναι, σχεδόν πάντοτε βρίσκω τον εαυτό μου στις σελίδες των βιβλίων μου. Άλλωστε, θεωρώ σπουδαίο χάρισμα να εφαρμόζουμε στη ζωή μας αυτό που διδάσκουμε και η συμπεριφορά μας να είναι συνεπής με τις θεωρίες μας.

Η εμπειρία της συγγραφής, σας άλλαξε; Σας έκανε να κοιτάξετε ίσως με άλλο μάτι κάποιες καταστάσεις της καθημερινότητας, αν μπορούσαμε να το πούμε έτσι τι αισθάνεστε πως αποκομίσατε μέσα από την διαδικασία της συγγραφής των βιβλίων σας;

 Η εμπειρία της συγγραφής χρειάζεται συγκέντρωση, ηρεμία και μια σχετική απομόνωση για να μπορείς να δημιουργήσεις με συνέπεια και σταθερότητα. Χρειάζεται μια επαφή με τον εσώτερο εαυτό σου, ώστε να μπορέσεις να τον γνωρίσεις καλύτερα και να τον εκφράσεις μέσα από διάφο­ρες διόδους, κυρίως δημιουργικές, όπως είναι η συγγραφή ενός βιβλίου. Μέσα από την εμπειρία της συγγραφής των βιβλίων κατάφερα να βλέπω τις καταστάσεις της καθημερινότητας με διαφορετική οπτική, κατάφερα να βλέπω περισσότερο την πνευματική (και πιο ουσιαστική) πλευρά των πραγμάτων και όχι τόσο την υλική/ υλιστική πλευρά (που δεν είναι παρά ψευδαισθήσεις αν το σκεφτεί κανείς καλύτερα τελικά!).

-Αν μπορούσατε να βάλετε έναν τίτλο στον τρόπο που σκέφτεστε όταν γράφετε ποιος θα ήταν αυτός;

Ένας κόσμος αγγελικά πλασμένος! Αυτόν τον τίτλο θα έβαζα και αυτόν τον κόσμο θα επιθυμούσα. Η επιθυμία αυτή συνδέεται άρρηκτα με τη δουλειά μου στις Σχολές Γονέων, καθώς το έργο των Σχολών Γονέων εντάσσεται στο πλαίσιο της μη ειδικής πρωτογενούς πρόληψης, διότι απευθύνεται στον ευρύτερο πληθυσμό των γονιών που θέλουν να ενημερωθούν σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα ως προς το μεγάλωμα των παιδιών και να αποσαφηνίσουν τις συγκεχυμένες πληροφορίες που λαμβάνουν από διάφορες πηγές. Η πρόληψη, η προστασία της ψυχικής υγείας τόσο του παιδιού, όσο και όλων των μελών της οικογενειακής ομάδας αποτελεί βασικό τους μέλημα.

Με εκφράζει ιδιαίτερα αυτό που έλεγε η Μαρία Χουρδάκη, η ιδρύτρια των Σχολών Γονέων στην Ελλάδα (1962):  «Σχολές Γονέων, δηλαδή κύτταρα πολιτισμού και αγάπης, ζεστές αγκαλιές που θα ζεστάνουν το παιδί, το κάθε παιδί κάθε φυλής και θρησκείας, στα πρώτα βήματα της ζωής του. Αργότερα, όταν τα παιδιά αυτά θα γίνουν υπεύθυνοι πολίτες, μπορεί παίρνοντας δύναμη από την αγάπη και τη ζεστασιά της παιδικής στους ηλικίας, να ξέρουν ν’ αγαπούν και να σέβονται τον συνάνθρωπο τους. Να θέλουν να κατευθύνουν σωστά τα «συμφέροντα» και τις τεχνολογικές επιτεύξεις τους. Και τότε, μπορεί οι μικρές ζεστές οικογένειες να γίνουν τα κύτταρα μιας παγκόσμιας κοινωνίας, που θα είναι πιο ειρηνική και πιο χαρούμενη. Πιο άξια για τον άνθρωπο».

-Ως αναγνώστρια ξεχωρίζετε κάποιο είδος λογοτεχνίας; Τι σας κέρδισε σε αυτό το είδος λογοτεχνίας;

Νομίζω ότι ξεχωρίζω τις νουβέλες και αυτό γιατί μου αρέσει ο συγγραφέας να ρίχνει το βάρος στην ψυχογραφία των προσώπων περισσότερο. Ξεχωρίζω ιδιαίτερα τα λογοτεχνικά κείμενα των οποίων οι συγγραφείς τους είναι και ειδικοί ψυχικής υγείας (Ψυχολόγοι ή Ψυχίατροι), καθώς με βοηθούν να βλέπω πολλές και διαφορετικές πλευρές ενός πράγματος ή ενός γεγονότος. Αυτό με βοηθά πολύ και στη δουλειά μου ως Ψυχολόγος. 

-Οικονομική κρίση και συγγραφή, πως/πόσο έχει επηρεάσει τους συγγραφείς και πως / πόσο τους αναγνώστες;

Η οικονομική κρίση μας έχει επηρεάσει όλους και τους συγγραφείς και τους αναγνώστες. Μας έχει επηρεάσει κυρίως ως προς την υλική/ υλιστική διάσταση των πραγμάτων και όχι τόσο ως προς την πνευματική τους διάσταση. Ωστόσο, η κρίση αποδείχθηκε μια καλή ευκαιρία για να μάθουμε να βάζουμε προτεραιότητες και να αποφασίζουμε ποια είναι τα πιο σημαντικά πράγματα που μας βοηθούν να έχουμε μια καλή ποιότητα ζωής. Το βιβλίο, το διάβασμα ενός βιβλίου, είναι από τις βασικές αξίες που θα μπορούσαν να διδάξουν οι γονείς στα παιδιά τους παρά την οικονομική κρίση. Το βιβλίο διαμορφώνει στάσεις ζωής. Διαβάζουμε γιατί μας βοηθά να ελπίζουμε, να ονειρευόμαστε, να βρίσκουμε ένα καταφύγιο όταν οι άλλοι μας απογοητεύουν και, κυρίως, να ερχόμαστε πιο κοντά με τον «βαθύτερο» εαυτό μας.

Εκείνο που θα μας βοηθήσει, παρά την οικονομική κρίση, είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είναι τα υλικά αγαθά που μας κάνουν χαρούμενους και ευτυχισμένους, αλλά πιο απλά και καθημερινά πράγματα (τα οποία ευτυχώς είναι δωρεάν!). Είναι εκείνες οι απλές καθημερινές στιγμές, εκείνες… οι ουσιαστικές, κατά τις οποίες για λίγα λεπτά αισθανόμαστε ότι βρίσκουμε πραγματικό νόημα στη ζωή: Είναι οι τα βλέμματα, οι ματιές των αγαπημένων μας προσώπων, η φροντίδα, η στοργή, οι βαθιές στιγμές οικογενειακής ή προσωπικής γαλήνης και πληρότητας. 

-Τα σχέδια σας για το συγγραφικό σας μέλλον;

Σχέδια υπάρχουν σχεδόν πάντοτε. Εκείνο που αναζητείται είναι ο χρόνος για την υλοποίησή τους. Το επόμενο βιβλίο μου θα επεκτείνει τη δουλειά που έχω ξεκινήσει τα τελευταία τέσσερα – πέντε χρόνια και έχει αποτυπωθεί στο βιβλίο «Θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας – Εγχειρίδιο για Γονείς» και θα ασχολείται με το θέμα του διαζυγίου. Στην πραγματικότητα, θα αποτελεί ένα δομημένο Πρόγραμμα Συμβουλευτικής για γονείς που έχουν χωρίσει. Η ανάγκη συγγραφής αυτού του βιβλίου προέκυψε και πάλι μέσα από η δουλειά μου με τους γονείς και τους προβληματισμούς που μοιράζονται μαζί μου όταν έρχονται στο γραφείο μου. Έχει να κάνει με τα πρακτική πλευρά του θέματος του διαζυγίου και θα είναι σαν να απαντάμε στο ερώτημα: «Τι κάνω τώρα;». Η βιβλιογραφία είναι πλούσια από θεωρία για το θέμα του διαζυγίου, όμως οι περισσότεροι γονείς αγωνιούν για την επομένη ημέρα και για τα πρακτικά ζητήματα περισσότερο και σε αυτό το αίτημα θα ανταποκρίνεται αυτό το βιβλίο. Γράφω και κάτι ακόμη, που δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει ώστε να ολοκληρωθεί… ένα δικό μου κείμενο, λογοτεχνικό αυτή τη φορά. 

-Πού θα μπορούσαμε να σας συναντήσουμε διαδικτυακά αλλά και από κοντά;

Πληροφορίες για τα βιβλία, για τις σχολές γονέων, αλλά και πλούσια βιβλιογραφία και άρθρα για γονείς μπορείτε να βρείτε στον ιστότοπο www.minabroumou.gr. Σε αυτόν τον ιστότοπο μπορείτε εύκολα να βρείτε και στοιχεία επικοινωνίας, τηλέφωνα και e-mail.

 

Πηγή: http://www.bookstars.gr/User/ViewNews.aspx?NewsId=0toadcylGFo=

 

Περισσοτερα

Οι σχέσεις των εφήβων με τους γονείς τους (γ΄ μέρος)

Ας δούμε, στη συνέχεια, τι ζητούν οι έφηβοι από τους γονείς τους. Δηλαδή, τι είναι εκείνο που θα βοηθούσε τις σχέσεις τους να βελτιωθούν.

Τέτοιου είδους ερωτήματα μας απασχολούν συχνά στις Σχολές Γονέων και, κυρίως, όταν δουλεύουμε με Ομάδες Εφήβων. Στις Ομάδες Εφήβων δίνουμε συχνά ερωτηματολόγια που αφορούν τις σχέσεις γονέων-εφήβων, και πιο συγκεκριμένα, με τι αν τους δώσουμε θα είναι ευχαριστημένοι και με τι αν τους προ­σφέρουμε θα αισθάνονται καλύτερη την επαφή τους μαζί μας. Οι απαντήσεις που δίνουν οι έφηβοι σε αυτά τα ερωτηματολόγια έχουν πολύ ενδιαφέρον και θα τις δούμε παρακάτω αναλυτικά.

Σύμφωνα με φρασεολογία  των εφήβων: “Δεν θέλουν τους γονείς από πάνω τους, μα δίπλα τους”. Πρόκειται για μια όμορφη και πολύ εύστοχη διατύπωση των εφήβων. Γιατί σε ένα παιδί, ως τα 12 χρόνια, που μπορεί να είμαστε από πάνω του, ούτε το καταλαβαίνει, ούτε το συνειδητοποιεί, καθώς η ψυχολογία της σχολικής ηλικίας είναι μια ψυχολογία προσαρμόσιμη. Δεν έχει την εσωστρέφεια της εφηβικής ηλικίας και δεν ταλαιπωρείται ψυχολογικά. Η εφηβική ηλικία αναδιπλώνεται και στρέφεται στον εαυτό της. Αρχίζουν οι έφηβοι να βλέπουν, να κριτικάρουν το γονέα που είναι πάνω τους και αυτό το σχήμα δεν το θέλουν. Θέλουν όμως το να είμαστε δίπλα τους. Δεν είπαν να είναι οι γονείς μακριά τους. Οι έφηβοι δεν λένε το μακριά, μα το δίπλα. Κι αυτό το “δίπλα”, αν το αναπτύξ­ουμε μέσα μας και το δουλέψουμε καλά, νομίζω πως θα μας δώσει πολλά στοιχεία. Το “δίπλα” μας παραπέμπει σε ισότιμη και δημοκρατική σχέση των γονέων με τους εφήβους.

Ένα άλλο που ζητούν οι έφηβοι από μας είναι να “ξεχά­σουμε την εποχή μας”. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως όποια ηλικία κι αν έχουν οι γονείς, οι έφηβοι τους βλέπουν πολύ μεγαλύτερους και τους θεωρούν “γερουσία”, κατε­στημένο, ξεπερασμένους. Νομίζουν πως είμαστε πολύ προσκολλημένοι στην εποχή μας και πως μεταφέρουμε πολλά από τη δική μας εποχή στη δική τους. Υπάρχει σίγουρα μια δόση αλήθειας σε αυτό, γιατί δεν ξεκόβει κανείς εύκολα από τον εαυτό του. Κουβαλάμε πάντα μαζί μας ένα κομμάτι από την εποχή μας μέσα στη ζωή μας, δεν μπορούμε να το ξεχάσουμε εύκολα. Καλό είναι όμως να κάνουμε ένα είδος αυτο­κριτικής, αυτογνωσίας και αυτοελέγχου (βασικά στοιχεία της ψυχολογικής ωριμότητας ενός γονιού). Το να λέμε συνεχώς: “Μα εμείς δεν είμαστε έτσι, εμείς τα μαλλιά μας τα κόβαμε, μιλούσαμε με περισσότερο σεβασμό, δεν καπνίζαμε μπροστά στους γονείς μας, δεν μιλούσαμε για σεξ”, είναι η αναφορά στο παρελθόν και οι έφηβοι δεν τη θέλουν, τουλάχιστον προσωρινά.

Όλοι οι συγγραφείς, που ασχολούνται με τα προβλήμα­τα των νέων, τονίζουν πως η πλαστικότητα των γονέων είναι εκείνη που βασικά θα βοηθήσει τους έφηβους. Πλαστικό­τητα όμως θα πει ευλυγισία, ποικιλία, εναλλαγή, αναπροσαρμογή, ανανέωση. Μόνο που σε αυτό το σημείο χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή από τους γονείς για να μην περάσουμε στο άλλο άκρο. Συμβαίνει πολύ συχνά και έχει παρατηρηθεί, πως αυτές οι απόψεις που λέμε εμείς, οι Ψυχολόγοι, μεταφέρονται δυστυχώς, σύμφωνα με την ψυχολογία του καθενός, εκεί που τον συμφέρει.

Τα παραδείγματα είναι πολλά από την καθημερινή μας αλληλεπίδραση με τους γονείς: Λέμε, π.χ., μη στέκεστε πάνω από τα μαθήματα των παι­διών σας, αφήστε τα να δουλέψουν μόνα. Και ξαφνικά έρχε­ται ένας γονέας που δεν ξέρει επί 6 μήνες τι κάνει το παιδί του και που βρίσκεται. Μα, σου λέει, εσείς δεν μας είπατε να αδιαφορούμε;…!!

Να ξεχάσουμε λοιπόν προσωρινά την εποχή μας ως γονείς, δεν σημαίνει να το ρίξουμε στο έξαλλο ντύσιμο ή στη… μοντέρνα ζωή. Γιατί θα μπορούσαν, στο όνομα του νεωτερισμού και της νεότητας, οι φιλενάδες του πατέρα να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, γιατί, σου λέει, έτσι θα ξανα­ζήσουμε τη νεότητά μας. Η μητέρα, από την άλλη πλευρά, αδιαφορεί. Αρχίζει κι εκείνη το νέο τρόπο ζωής της. Είπαμε να έχει η γυναίκα ένα περιεχόμενο, μα περιεχόμενο δεν θα πει κλείνω το σπίτι μου και εξαφανίζομαι, δεν ξέρω τι γίνεται, γιατί πρέπει να είμαστε νεολαία, ίδιοι με τα παιδιά μας. Και οι έφηβοι είναι ανεύθυνοι να γίνουμε κι εμείς. Όλα τα παραπάνω είναι παραφράσεις και όχι σωστές απόψεις του πράγματος για το οποίο συζητάμε.

Καλό θα είναι λοιπόν να μην περάσουμε στο άλλο άκρο. Να είμαστε νέοι, ευέλικτοι, να αναπροσαρμοζόμαστε, να κρίνουμε, να βλέπουμε, να βελ­τιωνόμαστε, αλλά με υπευθυνότητα και σοβαρότητα. Πολύ πιο σωστοί είναι οι γονείς που θα πουν: “Παιδί μου, δεν μπορώ να σε παρακολουθήσω, όπου μπορώ το κάνω ως καλός πα­τέρας, ως καλή μητέρα. Εκεί που δεν μπορώ, συγχώρεσε με, δεν μπορώ να παίξω θέατρο”. Την ειλικρίνεια των γονιών τους οι έφηβοι θα την εκτιμή­σουν βαθύτατα και θα την κουβαλούν μαζί τους, ως βασική αξία ζωής, και στην δική τους ζωή.

Οι έφηβοι έθεσαν και ένα άλλο θέμα: Να μορφωθούν οι γο­νείς μας. Τελικά, οι Σχολές Γονέων και, κυρίως, όταν δουλεύουμε με Ομάδες Εφήβων, φαίνεται να εμπνέουν αξίες και ιδανικά στους εφήβους. Συχνά διατυπώνουν στα ερωτηματολόγια στο πόσο ωραίο ιδανι­κό, πόσο ωραίο πράγμα ήταν αυτό που μπήκε στη ζωή τους. Είναι μια συγκινητική πλευρά της δουλειάς μας, καθώς με τον καιρό, οι Σχολές Γονέων επεκτάθηκαν κα πήραν τη μορφή των Ομάδων Εφήβων.

Και όπως έλεγε η Μαρία Χουρδάκη, η ιδρύτρια των Σχολών Γονέων στην Ελλάδα (1962):  «Σχολές Γονέων, δηλαδή κύτταρα πολιτισμού και αγάπης, ζεστές αγκαλιές που θα ζεστάνουν το παιδί, το κάθε παιδί κάθε φυλής και θρησκείας, στα πρώτα βήματα της ζωής του. Αργότερα, όταν τα παιδιά αυτά θα γίνουν υπεύθυνοι πολίτες, μπορεί παίρνοντας δύναμη από την αγάπη και τη ζεστασιά της παιδικής τους ηλικίας, να ξέρουν ν’ αγαπούν και να σέβονται τον συνάνθρωπο τους. Να θέλουν να κατευθύνουν σωστά τα «συμφέροντα» και τις τεχνολογικές επιτεύξεις τους. Και τότε, μπορεί οι μικρές ζεστές οικογένειες να γίνουν τα κύτταρα μιας παγκόσμιας κοινωνίας, που θα είναι πιο ειρηνική και πιο χαρούμενη. Πιο άξια για τον άνθρωπο».

Ας μην ξεχνάμε ότι: Διδάσκοντας στα παιδιά  και στους εφήβους τις βασικές αξίες της ζωής, τα βοηθάμε να αναπτύξουν γνωρίσματα και συμπεριφο­ρές ενός έντιμου, δυναμικού και συναισθηματικά ακέραιου χαρακτήρα που θα τους επιτρέψει να αντι­μετωπίζουν τις μικρές και μεγάλες προκλήσεις της ζωής με δύναμη και ωριμότητα. Μακροπρόθεσμος στόχος των Σχολών Γονέων και των Ομάδων Εφήβων… να αναπτυχθούν γνωρίσματα και συμπεριφορές ενός έντιμου, δυναμικού και συναισθηματικά ακέραιου χαρακτήρα τόσο για τους γονείς όσο και για τα παιδιά τους..

Βιβλιογραφία:

  • Μπρούμου, Μ. (2014). Αλλαγές στη Μορφή της Οικογένειας και Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων. Αθήνα: Bookstars.
  • Μπρούμου, Μ. (2014). Η Ψυχολογία της Γονεϊκότητας. Αθήνα: Bookstars.
  • Μπρούμου, Μ. (2015). Θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας: Εγχειρίδιο για γονείς. Αθήνα: Bookstars.
  • Παππά, Β. (2017). Επάγγελμα γονέας. Τύποι γονέων και συμπεριφορά παιδιών και εφήβων. Αθήνα: Οκτώ.
  • Χουρδάκη, Μ. (2000). Οικογενειακή Ψυχολογία (4η έκδ.). Αθήνα: Leader Books.

www. efiveia.gr

Περισσοτερα

Οι σχέσεις των εφήβων με τους γονείς τους (β΄ μέρος)

Ας δούμε τώρα τα θέματα της εφηβικής ψυχολογίας από την πλευρά των εφήβων. Δηλ. πως βλέπουν οι έφηβοι τις σχέσεις τους με τους γονείς τους.

Τέτοιου είδους ερωτήματα μας απασχολούν συχνά στις Σχολές Γονέων και, κυρίως, όταν δουλεύουμε με Ομάδες Εφήβων. Στις Ομάδες Εφήβων δίνουμε συχνά ερωτηματολόγια που αφορούν τις σχέσεις γονέων-εφήβων, και πιο συγκεκριμένα, πως θα ήθελαν τους γονείς τους, τι δεν τους πάει καλά με τους γονείς και τι είναι εκείνο που θα βοηθούσε τις σχέσεις τους να βελτιωθούν. Οι απαντήσεις που δίνουν οι έφηβοι σε αυτά τα ερωτηματολόγια έχουν πολύ ενδιαφέρον και θα τις δούμε παρακάτω αναλυτικά.

Αρχικά, οι έφηβοι παραδέχονται πως οι σχέσεις με τους γονείς τους είναι ταραγμένες. Δεν  υπάρχουν έφηβοι στις ομάδες (αγόρια και κορίτσια 15-19 χρόνων) που να μη το παρα­δέχονται αυτό. Το δεύτερο ερώτημα ήταν “γιατί οι σχέσεις ήταν ταραγμένες”. Εδώ κάναμε τις πρώτες διαπιστώσεις και τι θέλουμε ν’ αλλάξει από τους γονείς.

Οι πρώτες διαπιστώσεις ήταν: Οι γονείς μας δεν μας δείχνουν κατανόηση, δεν μας καταλαβαίνουν, μιλάμε άλλη γλώσσα, άλλα τους λέμε, άλλα εκείνοι περιμένουν, άλλα θέλουμε εμείς. Και τελικά δεν έχουμε διάλογο. Δεν έχουμε επαφή με τους γονείς μας. Δεν είμαστε ομάδα, δεν είμαστε ενωμένοι. Συστέγαση έχουμε μόνο. Αυτό απαντούσαν τα παιδιά στα ερωτηματολόγια..

Ένα άλλο σημείο που πληγώνει τους εφήβους είναι πως δεν τους έχουν εμπιστοσύνη οι γονείς τους: “Δεν μας δείχν­ουν εμπιστοσύνη, γιατί εμείς να δείξουμε εμπιστοσύνη σ’ εκείνους;”. Η αλήθεια είναι πως δεν τους έχουμε εμπιστοσύνη ακόμη κι εμείς οι ίδιοι που λέμε πως πιστεύουμε στα παιδιά μας. Πρέπει να το παραδεχτούμε ως γονείς, καθώς στις δύσκολες ώρες, στα δύσκολα θέματα, εκεί που πρέπει να σταθούμε καλά, τους επαναφέρουμε στο πρώτο καθεστώς και υψώνουμε τη φωνή μας. Δεν φεύγει από μέσα μας αυτό το κατάλοιπο. Είμαστε γονείς, εί­μαστε οι “εξουσίαν έχοντες” και αυτό το δείχνουμε και οι έφηβοι το εισπράττουν.

Ένα άλλο θέμα που ενοχλεί τους εφήβους είναι ότι δεν εκτιμούμε την προσωπικότητά τους. Δηλ. δεν τους αναγνωρίζουμε μια υπόσταση ξεχωριστή και διαφορετική. Δεν τους βλέπ­ουμε με τα δικά τους στοιχεία, τις δικές τους δυνατότητες, με τις δικές τους κλίσεις και ενδιαφέροντα. Ας πάρουμε το παράδειγμα του επαγγελματικού προσανατολισμού, που δείχνει το βαθμό που σεβόμαστε τους εφήβους. Η εμπειρία μας δείχνει ό,τι ο επαγγελματικός προσανατολισμός είναι, για τους γονείς, να πείσουμε οι ειδικοί το παιδί να κάνει αυτό που οι γονείς του θέλουν. Ένα κλασικό σχήμα που συναντάμε ως ειδικοί, είναι όταν πολλοί γονείς έρχονται να μας προκαταλάβουν “πέστε κι εσείς μια κουβέντα”. Ενώ, θα έπρεπε ν’ αφήσουν να μιλήσει ο έφηβος και ν’ αφήσουν να δούμε εμείς τι σκέφτεται αυτό το παιδί, ανεπηρέαστο. Όμως είναι τόσο επιτακτική η ψυχολογία των γονέων εκείνη την ώρα, που καλύπτει όχι μόνο τον έφηβο μα συχνά και τη δική μας δουλειά. Αυτό το σχήμα είναι φυσικό να το εισπράττει ο έφηβος ως καταπίεση της προσωπικότητάς του και είναι βασικά καταπίεση, αφού έτσι κι αλλιώς στα νερά τους θέλουν να τους φέρουν οι γονείς. Σπάνια είναι ελεύθερο το παιδί για να διαλέξει το δρόμο του.

Επιπρόσθετα, στο θέμα των σχέσεων και των συναναστροφών τους, πιστεύουν οι έφηβοι πως δεν παραδεχόμαστε την προσωπικότητά τους, καθώς επεμβαίνουμε. Ακόμη, τις ελεύθερες ώρες τους δεν τις σεβόμαστε. Το σχολείο φρον­τίζει πως να τους γεμίσει τις ώρες κι εμείς μόλις δούμε τον έφηβο να κάθεται σπεύδουμε να γεμίσουμε το χρόνο του με εξωσχολικές δραστηριότητες. Μια ακόμη διατύπωση των εφήβων είναι πως το καθεστώς στην οικογένεια είναι Δικτατορικό. Ό,τι θέλουν οι γονείς μας κάν­ουν. Δεν μας ρωτάνε, κι αν μας ρωτάνε το κάνουν πάνω – κά­τω γιατί έμαθαν πέντε πράγματα από σας (εννοούν στις Σχολές Γονέων) και κάτι από τα βιβ­λία. Κάνουν δήθεν διάλογο. Ποιός γονέας κάνει διάλογο για να κάνουν και οι δικοί μας; Από την αρχή ξέρουν πως αυτό που θέλουν εκείνοι θα γίνει. Τέλος, οι έφηβοι, σε κάποια από τα ερωτηματολόγια, χαρακτήρισαν βασανιστική αγάπη την αγάπη των γονιών και κουραστική.

Με όλες αυτές τις απαντήσεις και τις πληροφορίες μπορούμε να ανοίξουμε κουβέντες με τους εφήβους από πιο κοντά. Σε άλλους μπορεί να συμβαίνουν αυτά που κατηγορούν οι έφηβοι, σε άλλους όχι. Όμως, σε μερικούς, φαίνεται πως η βασανιστική αγάπη υπάρχει. Είναι εκείνη η υπερπροστασία, η ανησυχία των γονέων, που υπογραμμίζουν συνεχώς τους πολλούς κινδύνους που υπάρχουν γύρω από τους εφήβους. Βέβαια, το να υπογραμμίζεις τους κινδύνους μέχρι έναν βαθμό, είναι μια μορφή αγάπης, γιατί όταν αγαπάς έναν άνθρωπο φοβάσαι τους κινδύνους και θέλεις να τον προφυλάξεις. Όμως, το να προβάλλουμε συνεχώς και μόνι­μα τους δικούς μας φόβους για τους κινδύνους που υπάρχουν γύρω από τα παιδιά μας, αυτό είναι βασανιστική αγάπη. Και φαίνεται πως τα κουράζει.

Βιβλιογραφία:

  • Μπρούμου, Μ. (2014). Αλλαγές στη Μορφή της Οικογένειας και Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων. Αθήνα: Bookstars.
  • Μπρούμου, Μ. (2014). Η Ψυχολογία της Γονεϊκότητας. Αθήνα: Bookstars.
  • Μπρούμου, Μ. (2015). Θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας: Εγχειρίδιο για γονείς. Αθήνα: Bookstars.
  • Παππά, Β. (2017). Επάγγελμα γονέας. Τύποι γονέων και συμπεριφορά παιδιών και εφήβων. Αθήνα: Οκτώ.
  • Χουρδάκη, Μ. (2000). Οικογενειακή Ψυχολογία (4η έκδ.). Αθήνα: Leader Books.

www. efiveia.gr

 

Περισσοτερα

Οι σχέσεις των εφήβων με τους γονείς τους (ά μέρος)

Μια προσωπική διάσταση του εφήβου, που τη ζουν καθημερινά οι γονείς και τους ενδιαφέρει πολύ, είναι η στάση του απέναντι στους γονείς του.

Ο έφηβος δεν αισθάνεται άνετα απέναντι στους γονείς του και το θέμα μας είναι γιατί ο έφηβος δεν αισθάνεται άνετα με τους γονείς του και τι είναι αυτό που τον κάνει να εναντιώνεται και να τους έχει ως πρώτο στόχο. Πολύ συχνά οι γονείς, στις συζητήσεις μας, αναφέρουν σαν το πρώτο δείγμα της εφηβείας την εναντίωση προς τους γονείς, την αντιδικία, την αντίρρηση, το νεγκατιβισμό (την άρνηση). Η πρώτη σύγκρουση του εφήβου γίνεται με τους γονείς του, γιατί τους έχει πιο κοντά. Συνήθως κανείς συγκρούεται μ’ αυτόν που έχει πιο κοντά του. Είναι ένας κοντινός και πρόχειρος στόχος οι γονείς κι ο έφηβος κάνει χρήση αυτού. Επιπρόσθετα, ο έφηβος απομακρύνεται από το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο είχε ενταχθεί. Το παιδί της σχολικής ηλικίας είναι προσαρμοσμένο και ταυτι­σμένο με το περιβάλλον του και όταν έχει ταυτιστεί κανείς με κάτι δεν εναντιώνεται σ’ αυτό. Όμως εφηβική ηλικία θα πει, ακριβώς, αποκόλληση από το οικογενειακό περιβάλλον. Όταν αποκολληθεί κάποιος είναι πια θεατής, είναι πιο μακριά, κι αρχίζει να κρίνει. Έτσι ο έφηβος, καθώς θέλει να αποκολληθεί, ξεκόβει, σιγά-σιγά από το οικογενειακό περιβάλλον, αρχίζει, όπως είπαμε, να κρίνει τους γονείς ως πρώτο στόχο.

Ένας ακόμη λόγος, που κάνει τον έφηβο να εναντιώνεται απέναντι στους γονείς του, είναι ότι ο έφηβος αισθάνεται την ανάγκη να μεγαλώσει και αντιτίθεται στην πρώτη εξου­σία, αυτή των γονέων. Κι αυτή την εξουσία, που την παλεύει ο έφη­βος, είναι γεγονός πως την έχουμε πολύ οργανωμένη στα προηγούμενα χρόνια. Ως την ηλικία των 11-14 χρόνων, που αρχίζει η κρίση (ξεκινά η εφηβεία), δεν κάνουμε τίποτε’ άλλο παρά να έχουμε μο­νόλογο απέναντι στα παιδιά μας. Δεν τους αναγνωρίζουμε την προσωπικότητά τους, γίνεται αυτό που θέλουμε εμείς, όπως το θέλουμε, η άποψή τους δεν υπάρχει σχεδόν σε διάλογο. Οι κατευθύνσεις είναι δικές μας, οι γραμμές δικές μας, ο τρόπος ζωής μας, όλα είναι δικά. μας. Όμως τώρα ο έφηβος αισθάνεται την ανάγκη να ανεξαρτητοποιηθεί και γι’ αυτό το λόγο στρέφεται προς τους γονείς. Βέβαια, η στάση όλων των εφήβων απέ­ναντι στους γονείς τους δεν είναι η ίδια. Εδώ παίζουν ρόλο πολλά πράγματα: η προσωπικότητα των γονέων, οι σχέσεις που έχουν με το παιδί τους, η προσωπικότητα του παιδιού, αν είναι αγόρι ή κορίτσι, το νευρικό σύστημα του παιδιού και τέλος, το αν έχει φίλους ή περιβάλλον, ώστε ξεκόβοντας από εδώ να είναι έτοιμο να ενταχθεί εκεί ή αν δεν έχει ομάδα ν’ ακουμπήσει. Όλα είναι καθοριστικοί παράγοντες.

Η πρώτη στάση του εφήβου απέναντι στους γονείς του είναι απορριπτική. Δεν τους παραδέχεται Οι γονείς ήταν ως τότε σε βάθρο, μα τώρα η εκτίμηση, η αγάπη, ο θαυμασμός αρχίζουν λίγο – λίγο να καταρρέουν. Το βάθρο πάει στην άκρη κι οι γονείς δεν γίνονται παραδεχτοί από τον έφηβο, που δείχνει να μη τους εκτιμά. Υπάρχει ακόμη μια δεύτερη στάση του εφήβου απέναντι στους γονείς του: η στάση της ειρωνείας. Συχνά όταν ένα πράγμα θέλει κάποιος να το εξουδετερώσει, το ειρωνεύεται. Και φυσικά οι έφηβοι, που δεν έχουν τα μέσα ν’ αντιμετωπίσουν λογικά τη νέα κατά­σταση, την ειρωνεύονται. Οποιοδήποτε ελάττωμα υποτίθεται είχαμε ως γονείς σωματικό ή όχι (παχείς-αδύνατοι-άσχημοι-πλούσιοι-φτωχοί-τσιγκούνηδες κλπ.), ο,τιδήποτε μας ενο­χλεί, βγαίνει στην επιφάνεια τώρα με τη μορφή της ειρω­νείας.

Μια τρίτη στάση είναι η επαναστατική. Επανάσταση συ­χνά επίμονη και σκληρή. Εμφανίζεται πιο έντονη σε κατηγορίες γονέων, που δεν φρόντισαν να συνεννοηθούν με τα παιδιά τους σε μικρότερη ηλικία. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν μπορεί να συμβεί και σε όσους είχαν διάλογο. Η εφηβική ηλι­κία είναι ανοιχτή προς όλες τις κατευθύνσεις. Μα συνήθως, η πάνοπλη επανάσταση των εφή­βων ενάντια στους γονείς είναι σε περιβάλλοντα, όπου δεν είχαν συνεννοηθεί προηγουμένως οι δυο γενιές.

Πολλοί γονείς, που δεν είναι προετοιμασμένοι γι’ αυτές τις αλλαγές απογοητεύονται, στενοχωριούνται. Είναι οι περι­πτώσεις των γονέων που έρχονται στους ειδικούς τελείως αποθαρρημένοι πως “έχασαν” το παιδί τους και αποτύχανε στην αγωγή του. Δεν έχουν δίκιο παρά μόνο από την άποψη ό,τι πολλές φορές είναι βασανι­στική η τακτική των εφήβων απέναντι τους. Αν θελήσουμε να δούμε ποιά περίοδος είναι η πιο βασανιστική για τους γονείς, όπως δείχνουν οι στατιστικές, είναι για τα κορίτσια (προηγούνται στην εφηβεία) από τα 11 ως τα 16, γιατί μετά τα 16 αρχίζουν πια να ωριμάζουν και ξεκινά η συνεργατικότητα, για τ’ αγόρια από τα 14 μέχρι τα 18. Που σημαίνει πως οι γονείς όταν έχουν αγόρι και κορίτσι από τα 11 ως τα 19-20 έχουν να περάσουν κουραστική περίοδο ζωής. Πρέπει να προετοιμαστούμε γι’ αυτά τα “εννέα χρόνια”. Όμως να πούμε για παρηγοριά ό,τι αυτή η τεταμένη ατμό­σφαιρα δεν διαρκεί και τα εννέα χρόνια στην ίδια ένταση. Υπάρχουν εναλλαγές ως προς την τακτική του παιδιού. Ακόμη εναλλάσσονται και οι γονείς ως προς την επιθετι­κότητα του παιδιού. Σ’ άλλα στάδια η επιθετικότητα είναι προς τη μητέρα, σ’ άλλα στάδια προς τον πατέρα.. Καμιά φορά βάλλουν και προς τους δύο μαζί. Άλλοτε διαχωρίζουν τους δυο γονείς ανάλογα με το φύλο, τις συμπάθειες κι ανάλογα με την κατανόηση που τους δείξαμε.

Το κορίτσι, τον πρώτο καιρό εναντιώνεται στη μητέρα, αργότερα ταυτίζεται και συχνά γίνονται φιλενάδες. Είναι δυο τακτικές που μπορεί να έχει το κορίτσι προς τη μητέρα του. Συχνά όμως δεν έχουμε και τις δυο αυτές στάσεις από το κορίτσι. Μπορεί να είναι φίλη από την αρχή με τη μητέρα του ή μπορεί να εναντιωθεί στη μητέρα απ’ την αρχή. Εδώ είναι αυτός ο ανταγωνισμός, ιδίως, όταν είναι η μητέρα νέα ή πιο καλοφτιαγμένη, πιο συμπαθής από το κο­ρίτσι. Τότε βλέπουμε να μην ταυτίζονται μητέρα και κόρη ή να εξακολουθούν να περπατάνε στη ζωή τους και αργότερα, στο γάμο του παιδιού, σε δυο διαφορετικούς δρόμους, γιατί δεν κουβέντιασαν, δεν συνεννοηθήκαν.

Εδώ θα δούμε και την ψυχολογία της μητέρας, γιατί δυστυχώς πολλές φορές, μερικές μητέρες, καθώς μεγαλών­ουν τα κορίτσια τους τα βλέπουν ως αντίπαλες (όταν είναι νέα η μητέρα). Μα να μην ξεχνά πως είναι μητέρα κι έχει παιδί. Είναι συχνά φανερή η επιτήδευση της ως προς το κορίτσι που βγήκε στην επιφάνεια, μεγάλωσε και την αφήνει στην άκρη. Και μπαίνουμε στην άκρη για να προχωρήσει το παιδί μας.

Μα με το κορίτσι δεν έχει η μητέρα τόσες δοσοληψίες όσο με το αγόρι. Το αγόρι είναι εκείνο που ξεσηκώνεται, που πρέπει να ξεσηκώνεται ενάντια στη μητέρα, ενάντια στο γυναικείο της πρότυπο. Στην αρχή με μια επιθετική και ίσως σαδιστική διάθεση. Βέβαια πάντα παίζει ρόλο το τι τύπου παιδί έχουμε και τι τύπου μητέρας υπήρξαμε ή είμαστε. Μα ωστόσο, όσο καλοί κι αν είμαστε κι ο ένας κι ο άλλος, το αγόρι εναντιώνεται προς τη μητέρα γιατί τη βλέπει πια σαν άλλο φύλο, και βέβαια δεν του αρέσει σαν εκπρόσωπος του άλλου φύλου η μητέρα και καλά κάνει. Από την άλλη, δεν είναι ακόμη έτοιμο να δεχτεί τις σχέσεις ή να δημιουργήσει σχέσεις με το άλλο φύλο και εκεί είναι που τα αγόρια δεν “χωνεύουν” τις μητέρες, γιατί παρουσιάζονται ως εκπρόσω­ποι ενός φύλου που, για το αγόρι, είναι ακόμη απλησίαστο.

Καλό είναι να συνειδητοποιήσουμε όσες έχουν αγόρια πως πρέπει να ενισχύουμε αυτή την τάση του αγοριού. Το λάθος που κάνουν οι μητέρες είναι πως υποφέρουν όταν το αγόρι τους -και μάλιστα όταν είναι μοναχοπαίδι- ξεκόβει και φεύγει, είναι επιθετικό και δεν τις παραδέχεται. Αλλά είναι συνηθισμένο και το φαινόμενο του αγοριού, που ενώ ξεκίνη­σε επαναστατικά κάνει στροφή σιγά-σιγά προς τη μητέρα και προσκολλάται πάλι σ’ αυτήν. Η ταύτιση αντί να γίνει προς τον πατέρα, που είναι το ανδρικό πρότυπο, γίνεται προς την μητέ­ρα και τότε ενισχύεται αυτό που λένε οι ψυχαναλυτές “οιδι­πόδειο σύμπλεγμα” γερά πια, οργανωμένο και δεν σπάει στο μέλλον, τελικά προχωρεί το δρόμο του με την εικόνα της μάνας πάντα εξαϋλωμένη και σ’ όλες τις σχέσεις του αγοριού, που έρχονται στην επιφάνεια με το γάμο.

Παρουσιάζεται με την έντονη μορφή της μητέρας – πεθε­ράς ειδικά στην Ελλάδα. Παντρεύεται το αγόρι και η μαμά πάντα δίπλα στο γιο κι ανάμεσα στο νέο ζευγάρι. Δεν μπορεί δηλ. να ανεξαρτητοποιηθεί ούτε ο γιος ούτε η μητέρα. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει, έστω και σε βάρος των γονέων, έστω κι αν αυτό δεν σημαίνει συνεργασία με το παιδί μας, να προσέξ­ουμε τις σχέσεις μας μαζί του. Γιατί αυτό σημαίνει πληρέστερη προσωπικότητα του παιδιού μας κι ωριμότητα. Βασική περίοδος γι’ αυτό το θέμα είναι η εφηβεία. Αν χάσουμε την υπόθεση στην περίοδο της εφηβείας δύσκολα την ξανακερ­δίζουμε. Όσο κι αν προσπαθήσουμε αργότερα, στα 22-25-28 να ανεξαρτητοποιηθεί το παιδί από μας, όσα κηρύγματα κι αν κάνουμε τότε δεν θα ωφελούν. Εκεί χρειάζεται συχνά παρέμβαση ειδικού για να μπορέσει το αγόρι να ανεξαρτητοποιηθεί από το μητρικό πρότυπο.

Τώρα, ως προς τον πατέρα. Από πλευράς κοριτσιού δεν υπάρχει συχνά σύγκρουση. Μόνο αν ο πατέρας είναι πολύ καλοφτιαγμένος άντρας ή πολύ διαχυτικός μπορεί να δημι­ουργηθεί υποσυνείδητος ερωτισμός. Μερικοί πατέρες όταν τα κορίτσια τους είναι στην εφηβεία γίνονται πολύ διαχυτι­κοί, περιποιούνται τα κορίτσια, τα αγκαλιάζουν, τα χαϊδεύουν τάχα από στοργή. Πρέπει να είναι πιο προσεκτικοί. Η κόρη τους βέβαια κολακεύεται απ’ αυτή τη στάση του πατέρα. Δεν είναι ασφαλώς κι εδώ η καλύτερη περίπτωση, είναι το αντί­στροφο του αγοριού, όχι τόσο διαδομένο, γιατί οι κοπέλες βρίσκουν πιο εύκολα τρόπους να ξεκολλούν από μια κατά­σταση. Οι άντρες είναι πιο μονολιθικοί, δεν αναπροσαρμόζ­ονται εύκολα, σπάνια θα δείτε κορίτσια να έχουν προσκολ­ληθεί στον πατέρα στο σημείο που βλέπουν τ’ αγόρια προς τη μητέρα (τουλάχιστον στην Ελλάδα).

Και τώρα το αγόρι προς τον πατέρα: Συγκρούσεις στην αρχή. Μα όταν δεν χάσει την ψυχραιμία του ο πατέρας και περάσουν ορισμένες δυσκολίες σιγά-σιγά αρχίζει να γίνεται η παραδοχή και κατά κάποιο τρόπο αρχίζει η συνεργασία. Ο έφηβος πείθεται σιγά-σιγά για τον πατέρα του, πως τον αγα­πά, του έχει εμπιστοσύνη, τον φροντίζει, και πως όσο βασανι­στικά κι αν στέκεται απέναντι στον πατέρα του, αυτός εξακο­λουθεί να είναι ζεστός και προστατευτικός. Άλλωστε, αυτές οι στάσεις του εφήβου είναι κάπως επιφάνεια. Είναι και λίγο σφυγμομέτρηση, δηλ. την ώρα που είναι επιθετικοί λογα­ριάζουν τι θα βγει απ’ αυτό και πως θα εκτιμηθεί αυτό που βγήκε ή που δεν βγήκε. Δεν είναι μια στάση χωρίς συνέπειες ή στοχασμό. Αργότερα κάθονται, φιλοσοφούν πάνω σ’ αυτά τα βιώματα, τις ώρες της απομόνωσής τους. Δεν τ’ αφήνουν απαρατήρητα. Η εμπειρία δείχνει ότι ο έφηβος τα σκέφτεται και τ’ αξιολογεί. Κι ανάλογα τα εκτιμά περισ­σότερο ή γίνεται περισσότερο απορριπτικός στους γονείς ή στον πατέρα. Τελικά, θα καταφέρουμε μ’ όλες αυτές τις διαδι­κασίες των σχέσεων να πείσουμε τα παιδιά μας πως είμαστε κοντά τους. Και πως αν κάποια στιγμή “κατεβήκαμε” από το βάθρο μας, θα ξανανεβούμε, μα φιλικά.

Αν όμως με την υπομονή και την συμπαράσταση προς το παιδί μας δεν καταφέρουμε να το πείσουμε στην εφηβική ηλικία για το διάλογο μας, τότε ανοίγεται δυσκολία συνεν­νόησης σε πολλές κατευθύνσεις. Το παιδί που δεν γεφύρωσε το χάσμα του με τους γονείς του δεν θα το γεφυρώσει εύκολα με την κοινωνία, με τους συνανθρώπους του.

Γι’ αυτό δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία στην ανάγκη να προετοιμάζονται οι γονείς στην εφηβική ηλικία γι’ αυτά που θα συμβούν. Γιατί αλλιώς στην πρώτη αντίδραση του παιδιού τους τα χάνουν. Μας έρχονται ανήσυχοι, τρομοκρατημένοι που το παιδί τους άλλαξε τώρα τόσο πολύ. Οι γονείς, καθώς δεν είναι προετοιμασμένοι, οργανώνουν συχνά απέναντι στο παιδί μια στάση, που ταπεινώνει την προσωπικότητά του. Άλλες φορές χρησιμοποιούν την υπεροχή που τους δίνει η ηλικία τους, εμπειρία ή τα χρήματα. Κάνουν χρήση αυτών των πραγμάτων και ζητούν ως αντάλλαγμα να επιβάλλουν δικό τους τρόπο ζωής. Έρχεται ο εγωκεντρισμός στην επι­φάνεια και δεν μπορεί να σταθεί στο ύψος ο γονιός και να πει απλά “μεγαλώνει το παιδί μου”. Έχουμε βέβαια και την υπο­συνείδητη τάση να μη θέλουμε τα παιδιά μας να μεγαλώνουν, γιατί απομακρύνονται από κοντά μας και τι θα κάνου­με μόνοι μας, χωρίς αυτά;

Συχνά, για να υπάρχει περιεχόμενο δικό μας να μας τροφοδοτεί η ζεστασιά τους, θέλουμε τα παιδιά κοντά μας. Έτσι η ψυχολογία των γονέων γίνεται αγχώδης, δεν ξέρουν πώς να προχωρήσουν, είναι εκνευρισμένοι, άκεφοι. Βέβαια δεν λέω πως με τη γνώση γλιτώνουμε όλ’ αυτά, αφού αυτή είναι η πορεία της ανάπτυξης του παιδιού, όμως η γνώση βοηθά το άτομο να φιλοσοφεί ή να αναβάλλει, να δίνει τόπο στην οργή, να κάνει αντικειμενική εκτίμηση των πραγμάτων. Όλες αυτές οι στάσεις σώζουν την ατμόσφαιρα τελικά και τις σχέσεις που θέλουμε να διαμορφώσουμε. Γιατί αυτό είναι που μας ενδιαφέρει, να σώσουμε τις σχέσεις μας με τα παιδιά μας. Γιατί αν αυτό δεν μας πονούσε τότε κα­θένας θα τραβούσε το δρόμο του και όλα θα πήγαιναν καλά!

Τέλος, καμιά φορά αναπτύσσεται στους γονείς που έχουν έφηβους υποσυνείδητη ζήλια προς τα παιδιά τους. Μη μας φαίνεται παράξενο. Π.χ. άρχισε ο γιος να οδηγεί; ζηλεύει ο πατέρας χωρίς να το θέλει (ασυνείδητα και αθέλητα) κι ωστόσο μπορεί να είναι ένας πατέρας που δείχνει κατανόηση. Άλλο παράδειγμα: μπορεί να πήγε το παιδί εκδρομή στο εξωτερικό και γυρίζει γεμάτο εντυπώσεις. Πόσοι γονείς δεν σταματούμε τη διήγηση του, δεν παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τη συνέχεια. Οι γονείς όλοι στην ψυχολογία τους έχουν την καλή διάθεση μα δεν δουλεύεται βαθύτερα ο εσωτερικός κόσμος τους για να πα­ραδεχτούν τους εφήβους, κι αυτό, είναι η αλήθεια, πως δεν είναι εύκολο. Μα η προσπάθειά μας πρέπει να είναι ν’ απελευθερωθούμε εμείς από τα παιδιά μας κι όχι τα παιδιά από μας. Αυτά κατά κάποιο τρόπο βρήκαν το δρόμο τους ή τον βρίσκουν, εκτός πια αν τα έχουμε χαλάσει πολύ.

Υπάρχει ακόμη ένας διαχωρισμός σχέσεων των γονέων ως προς τα παιδιά της εφηβικής ηλικίας, δηλ. οι προτιμήσεις. Αγαπούν ίσως το παιδί που είναι πιο γεροδεμένο, θαυμάζουν το παιδί που είναι πιο έξυπνο, καμαρώνουν αυτό που είναι καλός μαθητής, ενώ το άλλο το επικρίνουν. Αυτό υπάρχει σε όλες τις ηλικίες, ας το προσέξουμε όμως στην εφηβική ηλι­κία, γιατί όπως είπαμε ο έφηβος είναι πολύ ευαίσθητος, θίγε­ται εύκολα, οι συγκρίσεις τον μειώνουν, τον στενοχωρούν.

Τέλος, ας δούμε την ψυχολογία των συζύγων, των γο­νέων μεταξύ τους. Όλα τ’ απωθημένα της συζυγικής ζωής, όλα τα απωθημένα της παιδικής ψυχολογίας τους και όλες οι εμπειρίες του έγγαμου βίου βγαίνουν στην επιφάνεια, όταν τα παιδιά βρίσκονται στην εφηβεία. Έτσι γίνεται όταν παρου­σιάζεται μια δοκιμασία. Μπορεί να συνεννοούνται οι γονείς πολύ καλά ως την ώρα που θα παρουσιαστεί η δοκιμασία, η αρρώστια, μια κρίσιμη κατάσταση. Τότε ή ο γιατρός δεν αρέ­σει του ενός ή το σχολείο του άλλου κι αρχίζουν οι διαφω­νίες. Στις κρίσιμες ώρες εμφανίζονται οι δυσκολίες και δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε. Στην εφηβεία έρχεται στην επιφάνεια ο ψυχισμός των γονέων, οι διαπληκτισμοί, όπως γίνεται και με την κρίση της αρρώστιας, γιατί κι η εφηβεία είναι μια κρίση. Έτσι εξηγείται πως έχουμε τα συχνά δια­ζύγια των γονέων στην περίοδο της εφηβείας των παιδιών. Κρίση των παιδιών, κρίση των γονέων. Όμως αν δεν μπο­ρούμε να σταθούμε ως γονείς σταθεροί τι είδους βοήθεια θα δώσουμε στα παιδιά μας; Την ώρα που παραπαίουν, αντί να τους δώσουμε χέρι βοηθείας τ’ αφήνουμε αβοήθητα.

Πέρα από τα θέματα αυτά, στα οποία υπάρχουν προ­στριβές μεταξύ των δυο ομάδων, πέρα από τα ενδογενή που είπαμε, γιατί ο έφηβος μεγαλώνει, γιατί οι γονείς δεν δέ­χονται αυτή την κατάσταση ανεξαρτητοποίησης των παιδιών, υπάρχουν και άλλες διάχυτες αφορμές που δίνουν λαβή σε παρεξηγήσεις και σε τσακώματα μεταξύ των δύο γενιών, ιδίως στην καθημερινή ζωή. Μερικές από αυτές τις αφορμές που βγαίνουν στην επιφάνεια, μέσα από συζητήσεις με τους γονείς στις Σχολές Γονέων, είναι οι παρακάτω:

Ένα βασικό θέμα είναι τα μαθήματα στο σχολείο. Συνήθως με την εφηβεία η επίδοση περιορίζεται, ο μα­θητής συχνά δεν ενδιαφέρεται να είναι ο πολύ καλός μαθη­τής. Αυτά τα έχουμε αναφέρει. Άλλη αφορμή είναι η έξοδος τα βράδια. “Τι ώρα θα γυρίσεις ή γιατί δεν γύρισες”. Η μητέρα κάθεται και περιμένει και βαριαναστενάζει, και δεν πάει να κοιμηθεί. Εδώ οι στάσεις των γονέων είναι συνήθως διαφο­ρετικές. Ο πατέρας είναι πιο κατηγορηματικός ως προς την ώρα, η μητέρα πιο ελαστική. Ο ένας κλείνει την πόρτα, κοιμά­ται, ο άλλος ξεροσταλιάζει περιμένοντας και παριστάνοντας τον ήρωα ή το θύμα. Το ντύσιμο επίσης είναι μια αφορμή, τα αγόρια αχτένιστα, με τα παλιωμένα μπλού τζίν, κ.α. Το χάσιμο του χρόνου, η ανοργανωσιά, είναι επίσης κάτι που μας μαραζώνει, λέμε “χαζεύουν” χωρίς να κάνουν τίποτα κι αυτό ενοχλεί πολύ τους γονείς. Κάτι ακόμη είναι τα έξοδα, το χαρτζιλίκι. Τα παιδιά διαρκώς ζητάνε, οι γονείς δεν συνεννο­ούνται στο θέμα αυτό, ο ένας δίνει, ο άλλος όχι, “εγώ μεγά­λωσα και λεφτά δεν είδα στα χέρια μου”. Η αναφορά βλέπετε στην παιδική μας ηλικία είναι ένας καθοριστικός παρά­γοντας. Πολλοί γονείς είναι τυρρανικοί ή δίνουν χαρτζιλίκι στα παιδιά γιατί εκείνοι το στερήθηκαν ή το αντίθετο: δεν δίνουν χρήματα στα παιδιά τους, αφού και οι ίδιοι δεν έπαιρναν από τους γονείς τους.

Τέλος, όταν μεγαλώσουν λίγο τα παιδιά μας ένας λόγος επέμβασής μας είναι το φλερτ, η παρέα και γενικά η στενό­τερη επαφή με το άλλο φύλο. Στην αρχή με την έννοια: πρέ­πει να έχει παρέα με τ’ άλλο φύλο; Είναι της ώρας ή βιάζεται πολύ; (πάντα νωρίς είναι για μας τους γονείς). Έπειτα: είναι κατάλληλο το πρόσωπο που κάνει παρέα το παιδί μας; Είναι αυτό που θέλαμε; Γιατί οι γονείς κάνουν ένα λάθος εδώ και κρίνουν με τη δική τους ψυχολογία του περασμένου καιρού, που έβλεπαν τον κάθε νεαρό σαν γαμπρό, την κάθε κοπέλα σα νύφη. Ενώ οι σύγχρονοι νέοι δεν σκέφτονται έτσι αμέ­σως, δεν βιάζονται.

Αυτά είναι τα σχετικά με την ψυχολογία των γονέων. Την ζούμε, την κουβεντιάζουμε, τώρα κάνουμε συνειδητο­ποίηση του θέματος. Όπως άλλωστε σ’ όλα τα ψυχολογικά φαινόμενα, οι λύσεις δεν υπάρχουν έτοιμες, οι συνταγές δεν υπάρχουν. Το μόνο που υπάρχει είναι η συνειδητοποίηση του θέματος, ο προβληματισμός και η ώριμη αντιμετώπιση.

Βιβλιογραφία:

  • Μπρούμου, Μ. (2014). Αλλαγές στη Μορφή της Οικογένειας και Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων. Αθήνα: Bookstars.
  • Μπρούμου, Μ. (2014). Η Ψυχολογία της Γονεϊκότητας. Αθήνα: Bookstars.
  • Μπρούμου, Μ. (2015). Θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας: Εγχειρίδιο για γονείς. Αθήνα: Bookstars.
  • Χουρδάκη, Μ. (2000). Οικογενειακή Ψυχολογία (4η έκδ.). Αθήνα: Leader Books.

www. efiveia.gr

Περισσοτερα

Μεγαλώνοντας χαρούμενους εφήβους

Μεγαλώνοντας χαρούμενους εφήβους Book Cover Μεγαλώνοντας χαρούμενους εφήβους
Suzie Hayman (μετάφραση: Βασιλική Παππά)
Βήτα Ιατρικές Εκδόσεις
2016
300

Το "Μεγαλώνοντας Χαρούμενους Εφήβους" σας βοηθά να καταλάβετε τον κόσμο του εφήβου σας, έτσι ώστε να μπορείτε να επικοινωνήσετε αποτελεσματικά και με αγάπη με το παιδί σας και να διαπραγματευτείτε με τον τρόπο σας δύσκολα ζητήματα.
Αυτός ο κατατοπιστικός οδηγός παρέχει όλες τις συμβουλές που θα χρειαστείτε για να μπορέσετε να διαχειριστείτε ζητήματα που προκαλούν συγκρούσεις με ηρεμία και εμπιστοσύνη, βοηθώντας το παιδί σας να εξελιχθεί σε έναν ισχυρό και ανεξάρτητο ενήλικα.

Περισσοτερα

SUM: Σαράντα ιστορίες από την άλλη ζωή

SUM: Σαράντα ιστορίες από την άλλη ζωή Book Cover SUM: Σαράντα ιστορίες από την άλλη ζωή
David Eagleman
Οκτώ
Οκτώβριος 2011
119

Τι μας συμβαίνει όταν πεθαίνουμε; Και τι μας λέει αυτό για την ανθρώπινη υπόστασή μας;
Στην άλλη ζωή ίσως ανακαλύψετε ότι ο Θεός έχει μέγεθος μικροβίου και αγνοεί την ύπαρξή σας. Ή ίσως ανακαλύψετε ότι η άλλη ζωή περιλαμβάνει μόνο εκείνους τους ανθρώπους που θυμάστε. Σε κάποιες επόμενες ζωές διαμοιράζεστε σε όλες τις διαφορετικές ηλικίες σας, σε κάποιες άλλες αναδημιουργείστε με βάση τα στοιχεία της πιστωτικής σας κάρτας και σε άλλες αναγκάζεστε να ζήσετε με εκνευριστικές εκδοχές του εαυτού σας που αντιπροσωπεύουν αυτό που θα μπορούσατε να έχετε γίνει.
Σε αυτές τις εμπνευσμένες ιστορίες –συγχρόνως διασκεδαστικές, μελαγχολικές και ανησυχητικές– ο Eagleman αναποδογυρίζει τη σκακιέρα με τις παραδοσιακές απόψεις και μας προσφέρει έναν καλειδοσκοπικό φακό μέσα από τον οποίο μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας εδώ και τώρα. Οι ιστορίες του πηγάζουν από την επιστήμη και τη μυθοπλασία και προκαλούν δέος για τη μυστηριώδη ύπαρξή μας: ένα κράμα ελπίδας, αγάπης και θανάτου που τέμνει τη φύση με καινοτόμες οπτικές.

Περισσοτερα

Ο χορός των μεγάλων μητέρων

Ο χορός των μεγάλων μητέρων Book Cover Ο χορός των μεγάλων μητέρων
Estés Clarissa Pinkola
Κέλευθος
Απρίλιος 2017
176

Γιατί τα χαρακτηριστικά της σοφής γυναίκας να είναι τόσο σηµαντικά για τη νέα και γιατί η σοφία και η ζωτικότητα της νέας να είναι τόσο σηµαντικές για τη γεροντότερη; Μαζί συµβολίζουν δύο ουσιαστικές πλευρές που εντοπίζονται στην ψυχή κάθε γυναίκας µεµονωµένα· γιατί η ψυχή της γυναίκας χάνεται στα βάθη του χρόνου και το πνεύµα της είναι αιώνια νέο... αυτά τα δύο µαζί συνθέτουν το "να είσαι νέα ενώ γερνάς, γριά όσο είσαι νέα" .

Η ψυχαναλύτρια Clarissa Pincola Estes ξυπνάει τα πανάρχαια πνεύµατα, τις παλιές ψυχές, εκείνες που κοιµούνται στους κορµούς των δέντρων, στο δάσος, στα ρέματα και στους καταρράχτες.

Περισσοτερα

Μια ατέλειωτη φυγή

Μια ατέλειωτη φυγή Book Cover Μια ατέλειωτη φυγή
Παπαδάκη Αλκυόνη
Καλέντης
2017
Μαλακό εξώφυλλο (14x21)
304

Το ημερολόγιο μιας γυναίκας, η διαδρομή της, με τις ιστορίες προσώπων που έγιναν σταθμοί στη ζωή της. Ιστορίες ανθρώπινες και αληθινές. Πάντα ήθελα να φεύγω. Να πετάει η ψυχή μου σαν τα πουλιά. Να νιώθω τη γλύκα μιας ατέλειωτης φυγής. Όχι να φεύγω γι' άλλους τόπους. Από την ίδια τη ζωή μου να φεύγω. Να ρίχνω τα «στοπ» στον δρόμο μου. Να γκρεμίζω τις πινακίδες που σηματοδοτούσαν διαδρομές. Να πατάω στις διαχωριστικές γραμμές. Ν' αψηφώ τα όρια της ταχύτητας. Να φεύγω χωρίς προορισμό. Μια φυγή μέσα στην ίδια τη φυγή. Σα να με κυνηγούσε πάντα ο εαυτός μου. Και μόλις έβρισκα ένα ξέφωτο, να πάρω μια ανάσα, βρε αδερφέ, να στήσω μια σκηνή να ξαποστάσω, βαρούσε ο συναγερμός μέσα μου και με ξεκούφαινε. Φεύγοντας, άφησα πίσω μου πολλά σκουπίδια. Άφησα όμως, στη φούρια μου, και πράγματα πολύ σημαντικά. Κάτι κοσμήματα, ας πούμε, ακριβά, που κάποιοι μου είχαν χαρίσει για να στολίσω την ψυχή μου...

Περισσοτερα

Η μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο

«Τα παιδιά είναι ταξιδιώτες που φθάνουν σε μια ξένη χώρα για την οποία δε γνωρίζουν τίποτα»

JohnLocke

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η σημασία της πρόληψης:

Σκοπός της πρόληψης και της ενημέρωσης είναι να ενισχυθούν οι προστατευτικοί παράγοντες, ώστε η μεταβατική περίοδος από το δημοτικό στο γυμνάσιο να εξελιχθεί ομαλά στις προσπάθειες προσαρμογής του παιδιού (είτε σε προσωπικό και συναισθηματικό επίπεδο, είτε σε γνωστικό και συμπεριφοριστικό, είτε σε κοινωνικό π.χ. ενίσχυση των δεσμών με οικογένεια και σχολείο).

Τι σημαίνει μετάβαση;

  • Μετάβαση: είναι η εξελικτική διαδικασία που οδηγεί από μια κατάσταση σε μια άλλη, πέρασμα, αλλαγή (Μπαμπινιώτης, 2012).
  • Η μετάβαση σχετίζεται επίσης με την κρίση. Κατά τη διάρκεια της ζωής, το άτομο βιώνει διάφορες μεταβάσεις. Η μετάβαση είναι μια περίοδος αλλαγής και μεταμόρφωσης, μια αλλαγή στην κατάσταση, μια μεταβολή στους ρόλους, μια νέα, διαφορετική αίσθηση του εαυτού που ζει σ’ έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο (π.χ., παιδικός σταθμός, Α΄ Δημοτικού, Α΄ Γυμνασίου, Α΄ Λυκείου, πανεπιστήμιο … στρατός, γάμος, εγκυμοσύνη …).
  • Οι μεταβάσεις κατηγοριοποιούνται σε κανονικές/φυσιολογικές (normative) και μη κανονικές (non-normative).
  • Οι κανονικές μεταβάσεις αφορούν αναμενόμενες αλλαγές, είτε για το άτομο (αναπτυξιακές μεταβάσεις όπως η εφηβεία) είτε για την πλειοψηφία των ανθρώπων (το πέρασμα από τον γάμο στη γονικότητα).
  • Οι μη κανονικές μεταβάσεις προκαλούν άγχος, επειδή δεν είναι αναμενόμενες (πόλεμος, ανεργία, σοβαρή ασθένεια, απώλεια αγαπημένου προσώπου). Πρόκειται για τα στρεσογόνα γεγονότα ζωής που συνιστούν «κρίση» και αποδιοργάνωση στην οικογένεια. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι μια τυπικά «κανονική» μετάβαση δεν μπορεί να προκαλέσει στρες και αποδιοργάνωση στο άτομο ή/και στην οικογένεια.

Η έννοια της μετάβασης στον κύκλο της ζωής:

  • Σε μικρές ηλικίες, οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά τους να εξοικειωθούν με την έννοια της μετάβασης παρατηρώντας μαζί τους τις αλλαγές που συμβαίνουν στη φύση: η μέρα ακολουθεί τη νύχτα, η Άνοιξη έρχεται μετά το Χειμώνα, τα δέντρα χάνουν τα φύλλα τους και βγάζουν καινούρια, οι κάμπιες γίνονται πεταλούδες…. Κάποιες αλλαγές τις προκαλεί ο άνθρωπος, χωρίς να περιμένει τη φθορά του χρόνου και το πέρασμα των εποχών: γκρεμίζει κτίρια και χτίζει καινούργια, καταστρέφει αντικείμενα και δημιουργεί νέα, τα τροποποιεί, τα μεταμορφώνει, τα πετάει ή τα ανακυκλώνει. Λίγα πράγματα παραμένουν αναλλοίωτα. Και τα παιδιά είναι σημαντικό να παρατηρούν τις οποιεσδήποτε μεταβολές στο φυσικό και το κοινωνικό περιβάλλον. Η παρατήρηση αυτή δεν θα τους χαρίσει μόνο μια πιο βαθιά και ουσιαστική γνώση του φυσικού και του κοινωνικού περιβάλλοντος, αλλά κυρίως μια πιο βαθιά και πιο ουσιαστική γνώση του εαυτού τους (Παππά, 2016).

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΑΣΗΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ:

Δύο διαστάσεις μετάβασης:

  • Η αλλαγή της εκπαιδευτικής βαθμίδας, και,
  • η αναπτυξιακή αλλαγή του ίδιου του ατόμου, καθώς ολοκληρώνει την παιδική ηλικία και περνά στην εφηβική. Σε μια διαδικασία ανακάλυψης του εαυτού και των κοινωνικών σχέσεων και δομών.

Η διαδικασία της μετάβασης ενέχει:

  • αλλαγές (μεγαλύτερη ανεξαρτησία και ελευθερία από κάποιους περιορισμούς, μεγαλύτερες ευθύνες, προσδοκίες και απαιτήσεις ενηλίκων),
  • αποχωρισμό, πένθος (απώλεια παιδικών χρόνων και ίσως φίλων, απώλεια μιας περιόδου ασφάλειας και φροντίδας),
  • προσαρμογή (οι έφηβοι χρειάζεται να οικοδομήσουν ένα νέο ρεπερτόριο συμπεριφορών),
  • μετασχηματισμός της αυτό-εικόνας (αναζήτηση ταυτότητας για το «ποιος πραγματικά είμαι και ποιο είναι το νόημα της ζωής μου;»),
  • πολλές και έντονες ψυχικές συγκρούσεις [(όπως ενθουσιασμό για το «καινούργιο ξεκίνημα», φόβους για τις προκλήσεις, ικανοποίηση, υπερηφάνεια, ανακούφιση που κατάφεραν να ολοκληρώσουν μια βασική βαθμίδα εκπαίδευσης, ευχαρίστηση που μεγαλώνουν, αγωνία για τις διαπροσωπικές σχέσεις με τους συνομήλικους τους μεγαλύτερους μαθητές και τους καθηγητές, αλλά και την ανταπόκριση στις καινούργιες απαιτήσεις, λύπη/θλίψη, γιατί αφήνουν το δημοτικό σχολείο (θα χάσουν δασκάλους και συμμαθητές που γνώρισαν και τη στήριξη που δέχτηκαν αλλά και την ανεμελιά της ηλικίας), άγχος και ανασφάλεια γιατί αφήνουν ένα γνώριμο και οικείο περιβάλλον για ένα άγνωστο αλλά και πιθανή ανημποριά και ανυπομονησία)].

Μερικά από τα συνήθη προβλήματα που σχετίζονται με τη δομική αλλαγή χώρου και περιβάλλοντος είναι οι διαφορές που διαπιστώνονται ανάμεσα στο δημοτικό με το γυμνάσιο που κρύβουν νέες εμπειρίες και προκλήσεις:

Η μετάβαση από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο

ΔΗΜΟΤΙΚΟ

—Μικρή και οικεία σχολική κοινότητα. Οι μαθητές της Στ’ τάξης είχαν κατακτήσει να είναι εξοικειωμένοι με  τους περισσότερους αν όχι όλους τους ανθρώπους στην τάξηκαι στο σχολείο.

—

 

Διαρκής ρουτίνα.

—

 

 

 

Στην Στ’ είναι οι μεγαλύτεροι μαθητές του σχολείου, έχουν συνηθίσει να τους δίνεται μεγαλύτερη ευθύνη αλλά και προνόμια και να αποτελούν πρότυπα για τους μικρότερους μαθητές.

—Έχουν μόνο έναν εκπαιδευτικό με τον οποίο αλληλεπιδρούν και μαθαίνουν σε καθημερινή βάση.

 

—Ο δάσκαλος μπορεί να αφιερώνει και παραπάνω χρόνο σε κάποιο μάθημα εάν βλέπει ότι τα παιδιά δυσκολεύονται περισσότερο.

—

 

 

 

Υπάρχει ένα σταθερό δίκτυο φίλων-συμμαθητών που έχουν δουλέψει και έχουν κοινωνικοποιηθεί με πολύ στενή σχέση -αναμειγνύονται σε νέα κοινωνικά και μαθησιακά δίκτυα.

ΓΥΜΝΑΣΙΟ

—Πολύ μεγαλύτερη και άγνωστη, τόσο σε πρόσωπα και αναλυτικό πρόγραμμα όσο και σε κανόνες, διαδικασίες και δομή. Περισσότερα τμήματα σε κάθε χρονιά μπορεί και 6, άρα μεγαλύτερες αριθμητικά τάξεις, αλληλεπίδραση, διαφορετικότητα και πολυπλοκότητα – μεγάλος και άγνωστος μαθητικός πληθυσμός.

 

Διαρκής αλλαγή. Αλλάζει η μαθησιακή θεματική κάθε 45 λεπτά και αλλάζει και ο εκπαιδευτικός.

—

 

 

 

Περνούν σε ένα νέο πλαίσιο, στο οποίο είναι τα μικρότερα παιδιά.

—

Ασυνέχεια στη σχέση με τον εκπαιδευτικό. Έχει να συναντήσει τουλάχιστον 10 ή περισσότερους εκπαιδευτικούς με διαφορετικούς τρόπους διδασκαλίας και προσωπικότητες.

 

—Ταχύτεροι ρυθμοί διδασκαλίας, πιο σύντομος χρόνος με κάθε καθηγητή για το μάθημα.

—Περισσότερη σχολική εργασία και μαθήματα σε μια μέρα (6-7 ώρες).

—Περισσότερος ανταγωνισμός σε ακαδημαϊκό επίπεδο, αθλητικό αλλά και σε επίπεδο δραστηριοτήτων.

—

 

Νέα κοινωνικά δίκτυα προκύπτουν. Σχέσεις και δεσμοί, που συχνά αλλάζουν ή διακόπτονται. Καλείται να κάνει νέους φίλους, ειδικά εάν δεν έχει κανένα άλλο παλιό του συμμαθητή από το δημοτικό στο νέο σχολείο.

Σε σχετικές έρευνες, οι συμμετέχοντες μοιράστηκαν τις δυσκολίες τους από το πρώτο έτος της εμπειρίας τους στο γυμνάσιο και ανέφεραν (Τσιώτρα,2010):

ΤΙ ΜΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΜΗ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΩ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ …

—Οι καθηγητές που μας φωνάζουν και/ή μας βρίζουν.

—Η σκληρότητα στη συμπεριφορά κάποιων καθηγητών, τα ρατσιστικά σχόλια και η αδιαφορία (π.χ., αλβανοί τουρίστες, «ο μαύρος»).

—Τα μαθήματα που δεν μου αρέσουν ή που είναι βαρετά, όπως διδάσκονται.

—Τα μαθήματα ξένων γλωσσών.

—Το πρωινό ξύπνημα.

—Οι σχέσεις με συμμαθητές.

ΤΙ ΜΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΩ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ …

—Κάποιοι καθηγητές (γυμναστής, θεολόγος).

—Η καθημερινή συνάντηση με φίλους/ες.

—Κάποια μαθήματα που θα με βοηθήσουν στη ζωή μου, όταν μεγαλώσω και που γίνονται με τόσο ωραίο τρόπο.

—Οι γονείς μου.

—Για να γίνω «κάποιος» κάποτε και να κάνω τους γονείς μου υπερήφανους.

 

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ

Ενδεικτικά θέματα για τα οποία καλό θα είναι να ενημερώνονται οι γονείς παιδιών προεφηβικής-εφηβικής ηλικίας (για γονείς με παιδιά και εφήβους 11-18 χρόνων)
ΓΕΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Η προεφηβική και εφηβική ηλικία από βιολογική και ψυχολογική άποψη. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εφηβείας. Πώς βλέπουν οι έφηβοι τους γονείς, τον εαυτό τους, το σχολείο, την κοινωνία. Πώς βλέπουν οι μεγάλοι τους εφήβους. Δεύτερη κρίση προσωπικότητας. Στάσεις των γονέων στα προβλήματα των εφήβων. Τα χρήματα, οι νυκτερινές έξοδοι.
ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Η σεξουαλική αγωγή και ο έφηβος. Οι φιλίες στην εφηβική ηλικία. Ο επαγγελματικός προσανατολισμός, σπουδές ανώτερης, επαγγελματικής παιδείας. Ο ψυχολογικά ώριμος άνθρωπος. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα ωριμότητας. Ψυχολογική ενηλικίωση.

Στόχος της εφηβείας: η απόκτηση μιας δομημένης ταυτότητας/ μια σαφή εικόνα του εφήβου για το ποιος είναι, από πού προήλθε και πού κατευθύνεται.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ

Τι θα βοηθήσει στην ομαλή μετάβαση από το Δημοτικό στο  Γυμνάσιο, ώστε τα παιδιά και οι γονείς τους να αντιμετωπίσουν την αστάθεια που ενέχει αυτό το σημαντικό εξελικτικό στάδιο της ζωής και να διατηρήσουν τα παιδιά την ισορροπία τους απέναντι στις προκλήσεις αυτής της περιόδου:

  • Επικοινωνία στην οικογένεια,
  • αυτοεκτίμηση του παιδιού – όρια – πειθαρχία,
  • ανάδειξη προστατευτικών παραγόντων στις θετικές πλευρές της ζωής: η βοήθεια, η φροντίδα, το ενδιαφέρον, η θέσπιση στόχων, η πρόκληση των παιδιών να γνωρίσουν και να αξιοποιήσουν το δυναμικό τους,
  • εφηβεία, αναπτυξιακές αλλαγές, ο ρόλος της οικογένειας,
  • διαχείριση συγκρούσεων,
  • διαχείριση συναισθημάτων,
  • οι ρεαλιστικές προσδοκίες από τους γονείς και το εκπαιδευτικό σύστημα,
  • η γονική επίβλεψη/ η στήριξη/ η ενδυνάμωση, η «συνοδεία» στην εξελικτική πορεία των παιδιών τους,
  • η παρουσία των γονιών στην καθημερινότητα των παιδιών (1 ώρα την ημέρα για συζήτηση και κουβέντα είναι αρκετή σύμφωνα με σχετικές έρευνες),
  • να κατανοήσουν οι γονείς ότι τα παιδιά τους σε αυτή την μετάβαση βιώνουν μεγάλο άγχος και αγωνία σχετικά με το εάν θα κερδίσουν την αποδοχή από τους συνομηλίκους τους και αν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις σχολικές απαιτήσεις,
  • η συνεχής ενημέρωση, επαγρύπνηση και ενεργητική αντιμετώπιση των δυσκολιών που προκύπτουν από την ενασχόλησή μας με αυτό το θέμα.

Οι γονείς χρειάζεται να επιδείξουν:

  • Ενεργητική ακρόαση, δηλ. μάθουν να ακούν τα παιδιά τους σε θέματα που τα απασχολούν,
  • συνέπεια, επανάληψη, σταθερότητα και ευελιξία στη συμπεριφορά τους,
  • αποφασιστικότητα, ώστε οι νέοι να προβάλουν την αίσθηση της παντοδυναμίας τους, αλλά και να δεχτούν στήριξη στην ανάγκη τους για αυτονομία και αυτοπροσδιορισμό,
  • όρια και αγάπη, ενσυναίσθηση και κατανόηση της εξελικτικής φάσης που διανύουν τα παιδιά για να διαλυθούν οι φόβοι, η σχολική άρνηση, αλλά και να περάσει σε κάθε μαθητή η αίσθηση της αξιοπρέπειας και της αυτό-αξίας του.
  • Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η πρόληψη ξεκινάει πρώτα από τους ίδιους τους γονείς. Οι γονείς αποτελούν τα πρώτα και πιο ισχυρά πρότυπα για τα παιδιά. Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, δεν είναι καθόλου εύκολο να είναι κάποιος γονιός. Μερικοί υποστηρίζουν πως είναι τέχνη (Νίλσεν, 2002). Είναι ένας ρόλος που απαιτεί συνδυασμό συναισθημάτων, γνώσεων, ενέργειας, χιούμορ, υπομονή, κατανόηση, θετική διάθεση. Ο γονιός έχει να διαμορφώσει ένα κλίμα στην οικογένεια, μέσα στο οποίο το παιδί θα μάθει να αγαπάει, να συνεργάζεται, να κρίνει, να χάνει, να επιλέγει, να ψάχνει, να επικοινωνεί, μα πάνω απ’ όλα, θα μάθει να αποδέχεται και να σέβεται τον εαυτό του, να στηρίζεται στις δυνάμεις του και να αγωνίζεται με ίσους όρους. Μέσα σε ένα τέτοιο οικογενειακό κλίμα το παιδί μαθαίνει να απολαμβάνει τις επιτυχίες του, να μην ντρέπεται για τα λάθη του, να είναι υπερήφανο για τον εαυτό του (Ramsey, 2004).

Ellen Galinsky (1987)

The Six Stages of Parenthood

Το να είσαι γονιός είναι διαφορετικό από όλα τα άλλα επαγγέλματα που εξασκούν οι ενήλικες: λίγη προετοιμασία, απότομη μετάβαση, ανάγκη για ουσιαστική αλλαγή και εκμάθηση ειδικών δεξιοτήτων και καθηκόντων, όχι σαφείς προσδοκίες, κανείς έλεγχος αξιολόγησης, ένα επάγγελμα που υποτιμάται από την κοινωνία. Ωστόσο, το επάγγελμα αυτό μπορεί να προσφέρει βαθιά ευχαρίστηση και ικανοποίηση, αφού κάποιος ενδιαφέρεται τόσο έντονα για ένα άλλο ανθρώπινο ον, παρακολουθεί την ανάπτυξη και την εξέλιξή του, ξαναζεί την παιδική ηλικία, βλέποντας τον εαυτό του σε μία νέα προοπτική, μαθαίνοντας περισσότερα για τη ζωή, αποτελώντας μέρος μιας κοινωνίας που ενδιαφέρεται και φροντίζει τα παιδιά.

Σημείωση:

Το παραπάνω άρθρο αποτελεί μέρος προσκεκλημένης ομιλίας που παρουσιάστηκε σε Γυμνάσιο των Ιωαννίνων (Γυμνάσιο Κατσικάς Ιωαννίνων, 29-05-2017).

 

Προτεινόμενη βιβλιογραφία

  • E. (1987). The Six Stages of Parenthood. A Merloyd Lawrence Book, Da Capo Press.
  • Μπαμπινιώτης, Γ. (2012). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  • Νίλσεν, Μ. (2002). Η τέχνη να είσαι γονιός (3η έκδ). Αθήνα: Καστανιώτη.
  • Παππά, Β. (2006). Επάγγελμα γονέας. Αθήνα: Καστανιώτη.
  • Παππά, Β. (2008). Γονείς, Παιδιά και ΜΜΕ. Ένας οδηγός γονικής συμπεριφοράς. Αθήνα: Καστανιώτης.
  • Παππά, Β. (2016). Γονείς σε κρίση. Η διαχείριση της απώλειας και της αλλαγής. Αθήνα: Οκτώ.
  • Ramsey, R. (2004). Τονώστε την αυτοπεποίθηση του παιδιού σας. Αθήνα: Κριτική.
  • Χουρδάκη, Μ. (2000). Οικογενειακή Ψυχολογία (4η έκδ.). Αθήνα: Leader Books.
  • Χουρδάκη, Μ. (2000). Σχολές Γονέων (Σκοπός, Μεθοδολογία, Θεματολογία). Αθήνα: Πανελλήνιος Σύνδεσμος Σχολών Γονέων.

 

Επιλεγμένα άρθρα για τη γον(ε)ϊκότητα

  • Κάτσικας, Χ. (2009). Ο φόβος του πρωτάρη στο Γυμνάσιο. Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 11 Νοεμβρίου 2009.
  • Μπρούμου Μ., & Παππά, Β. (2011). Εκπαίδευση και συμβουλευτική γονέων: θεσμός πρόληψης της ψυχικής υγείας των παιδιών. Σύγχρονη Κοινωνία, Εκπαίδευση και Ψυχική Υγεία, 4, 171-183.
  • Μπρούμου, Μ. (2011). Η συμβουλευτική γονέων ως θεσμός πρόληψης των δυσκολιών που προκαλούν οι αλλαγές στη μορφή της οικογένειας. Αρχεία Νευροψυχολογικής Ιατρικής (Ε.Ψ.Ψ.Ε.Π.), 18(3), 16-19.
  • Μπρούμου Μ., & Παππά, Β. (2010). Η αναγκαιότητα της εκπαίδευσης και της συμβουλευτικής γονέων παιδιών βρεφικής-προσχολικής ηλικίας στα πλαίσια των σχολών γονέων. Πρακτικά του 2ου Διεθνούς Συνεδρίου Προσχολικής Αγωγής. Ιωάννινα, 22–24.10.2010.
  • Μπρούμου, Μ. (2008). Ανάγκες Συμβουλευτικής Παιδιών Σχολικής και Εφηβικής Ηλικίας με Προβλήματα Συμπεριφοράς. Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 84-85, 158-172.
  • Τσιώτρα, Σ. (2010). Ενίσχυση του παιδιού κατά το μεταβατικό στάδιο από το δημοτικό στο γυμνάσιο. Εξαρτήσεις, τεύχος 16, 2010.

www. efiveia.gr

 

Περισσοτερα