Σχόλες Γονέων: το υιοθετημένο παιδί

Published by mbroumou on

Μπορεί το υιοθετημένο παιδί να μην είναι το παιδί του πό­θου, είναι όμως το παιδί της επιθυμίας, περιγράφει πολύ τρυφερά η Μυρτώ Νίλσεν στο βιβλίο της “Η τέχνη να είσαι γονιός” (2002). Κανένα άλλο παι­δί δεν μπορεί να πει με τόση σιγουριά «Εμένα οι γονείς μου με ήθελαν», καθώς, αν και είναι απλή η διαδικασία γέννησης ενός ανθρώ­που, λίγα παιδιά είναι καρπός της επιθυμίας των γονιών τους να τα αποκτήσουν. Αντίθετα, η απόφαση και η διαδι­κασία υιοθεσίας ενός παιδιού απαιτούν σκέψη και ωριμότη­τα. Απαιτούν σκέψη γιατί ο ενδεχόμενος δρόμος για τους υποψήφιους γονείς είναι μακρύς και συχνά οδυνηρός, ενώ παράλληλα απαιτούν και από τους ίδιους αρκετή ωριμότη­τα, για να μπορέσουν να ξεπεράσουν το βαθύ ναρκισσιστι­κό πλήγμα που προκαλεί στον καθένα -και ειδικά στη γυ­ναίκα- η αδυναμία να κάνει δικό του παιδί.

Η διαδικασία υιοθεσίας, που είναι μια πορεία χρονοβόρα και αργή, ειδικά όταν πραγματοποιείται μέσα από τα πιο νόμιμα κανάλια, απαιτεί αντοχή και υπομονή. Παρ’ όλα αυτά, οι δυσκολίες, τα ταξίδια, οι επισκέψεις, οι καθυστε­ρήσεις και οι απογοητεύσεις ξεχνιούνται μονομιάς τη στιγ­μή που οι καινούργιοι γονείς κρατούν το παιδί της επιθυμίας τους σφιχτά στην αγκαλιά τους.

Από πότε πρέπει να ξέρει το παιδί ότι είναι υιοθετημένο

Η απάντηση είναι απλή: από πάντα. Το πρέπει αναφέρεται στο δικαίωμα που έχει το παιδί, όπως εξάλλου και ο κάθε άνθρωπος, να γνωρίζει εξαρχής την ιστορία του.

  • Σε ένα νεογνό ή σε ένα πολύ μικρό μωρό, από την πρώτη μέρα κιόλας που βρίσκονται μαζί, μπορεί η μητέρα να πει, την ώρα που το καλωσορίζει στην οικογένεια: «Α­πό τώρα εγώ είμαι η μαμά σου και αυτός είναι ο μπαμπάς σου». Και, έτσι όπως το εμπεριέχει στην αγκαλιά της, το μωρό θα καρφώσει τα μάτια του στο πρόσωπο της, που γρήγορα θα του γίνει αγαπημένο, τα αυτιά του θα πιάσουν τη φωνή της, που γρήγορα θα του γίνει γνωστή, τα ρου­θούνια του θα γεμίσουν από τη μυρωδιά της, που γρήγορα θα του γίνει οικεία, και μέσα του θα εγγραφεί, για πρώτη φορά, το μήνυμα της απόλυτης αποδοχής του.
  • Μια αγαπημένη ενασχόληση των παιδιών τριών και τεσσάρων χρόνων είναι να ξεφυλλίζουν άλμπουμ με φωτο­γραφίες και να αναγνωρίζουν σε αυτές πρόσωπα και κατα­στάσεις που σφράγισαν στιγμιότυπα και γεγονότα από τη ζωή τους. Αυτή είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για τους γο­νείς να εισαγάγουν -ή να ξαναφέρουν- το θέμα της υιοθε­σίας του παιδιού: «Εδώ είναι όταν σε πρωτοείδαμε, τότε που ήσουν… ημερών/μηνών», «Εδώ είναι η πρώτη φορά που σε πήρε αγκαλιά η μαμά και μετά ο μπαμπάς», «Εδώ είναι η μέρα που ήρθες στο σπίτι», «… η μέρα που ήρθαν ο παππούς και η γιαγιά να σε γνωρίσουν», ή, ακόμα, «Εδώ είναι το σπίτι όπου έμενες προτού σε πάρουμε εμείς».
  • Από εκείνη τη μικρή ηλικία κιόλας, μπορούν οι γονείς να λένε στο παιδί τους σαν παραμύθι την ιστορία του. Και αυτό, κεντρικό πρόσωπο στην αφήγηση, θα την ακούει με ιδιαίτερη προσοχή. Οι ήρωες του παραμυθιού μπορεί να εί­ναι μια οικογένεια αγαπημένων ζώων, με έναν μπαμπά, μια μαμά και ένα μικρό… σκυλάκι, γατάκι, ποντικάκι, παπάκι ή κάποιο άλλο ζωάκι, με το οποίο εύκολα ταυτίζεται το παι­δί. Δεν χρειάζεται όμως να είναι πάντα αλληγορική η ανα­φορά στην υιοθεσία, όπως γίνεται, για παράδειγμα, στην πα­ρακάτω διήγηση. Λέει ο γονιός:

Υπάρχουν σε πολλά μέρη του κόσμου κάποια σπίτια όπου μένουν όλα τα μικρά παιδιά τα οποία, για κάποιο λόγο, δεν μπορούν να μεγαλώσουν οι μαμάδες που τα γέννησαν. Με­ρικές μαμάδες είναι πολύ νέες και δεν μπορούν να τα κρατή­σουν, άλλες είναι πολύ φτωχές και δεν μπορούν να τα φρο­ντίσουν, ενώ άλλες πιστεύουν ότι είναι καλύτερα για τα παι­διά τους να πάνε σε αυτά τα σπίτια που σου λέω. Εκεί όμως πηγαίνουν και άλλοι γονείς: αυτοί που δεν μπορούν να κά­νουν παιδιά, αλλά που θέλουν, μα θέλουν τόσο πολύ, ένα δι­κό τους παιδί.

Άκου τώρα τι έγινε μ’ εμάς… Ο μπαμπάς κι εγώ (ή η μα­μά κι εγώ) πήγαμε μια μέρα σε ένα από αυτά τα σπίτια για να σε βρούμε. Μπήκαμε στον κήπο, όπου ήταν πολλά παι­διά, μα εσύ δεν ήσουν εκεί… Προχωρήσαμε μέσα στο σπίτι, σε ένα μεγάλο δωμάτιο, όπου πάλι ήταν πολλά παιδιά, πά­ρα πολλά παιδιά. Κοιτάζαμε δεξιά, κοιτάζαμε αριστερά, μα δεν ήσουν πουθενά εσύ. Έτσι, σε ψάχναμε παντού και λέγα­με: «Μα πού είναι ο/η [το όνομα του παιδιού]; Μα πού είναι ο/η [το όνομά του];» Ώσπου, μια στιγμή -εκείνη την τόσο ωραία στιγμή- σε είδαμε σε μια γωνιά να μας περιμένεις… Τρέξαμε και οι δυο, ποιος να σε πρωτοπάρει στην αγκαλιά του. «Επιτέλους!» είπαμε ο ένας στον άλλο. «Επιτέλους, βρήκαμε το παιδί μας!» Κι εσύ μας χαμογελούσες, γιατί ή­ξερες πολύ καλά ότι, από ΟΛΑ τα παιδιά του κόσμου, εμείς εσένα θέλαμε…

  • Όταν, σε επόμενα στάδια της εξέλιξής τους, τα παι­διά αρχίζουν να ασχολούνται με το πώς γίνονται και πώς γεννιούνται τα μωρά, δίνεται πάλι στους θετούς γονείς μια καλή ευκαιρία να αναφέρουν -ή να αναφέρουν ξανά- και το πώς εκείνοι απέκτησαν το παιδί τους. Κρατώντας για τον εαυτό τους τις λέξεις «μαμά» και «μπαμπάς», μπορούν να μιλήσουν για τη βιολογική μητέρα ή τους βιολογικούς γονείς, λέγοντας γι’ αυτούς ό,τι ξέρουν που δεν θα πληγώσει το παιδί. Είναι λάθος όμως να τους χαρακτηρίσουν αληθινούς γονείς, αφού αληθινοί γονείς είναι αυτοί οι ίδιοι.
  • Μια πολύ σημαντική μέρα στη ζωή των παιδιών είναι η μέρα των γενεθλίων τους. Στις τυχερές κοινωνίες του κό­σμου, η επέτειος της γέννησης ενός παιδιού γιορτάζεται με χαρούμενες εκδηλώσεις (πάρτι) και δώρα. Για τα υιοθετη­μένα παιδιά υπάρχει μια επιπλέον πολύ σημαντική επέτειος, που είναι η ημερομηνία του ερχομού τους στην οικογένεια. Γιατί να μη γιορτάζεται και αυτή η μέρα; Δεν αποτελεί και αυτή ορόσημο στην ιστορία της οικογένειας; Στο πλαίσιο ε­νός τέτοιου εορτασμού, μπορεί αυτά τα παιδιά της επιθυμίας να βιώσουν την παρουσία των αγαπημένων μελών της ευ­ρύτερης οικογένειας τους σαν μια επικύρωση του ήδη εγ­γεγραμμένου στη μνήμη τους μηνύματος που υποσχόταν α­πόλυτη αποδοχή.

 

Πότε αντιδρούν τα παιδιά στο γεγονός ότι είναι υιοθετημένα

Υπάρχουν, βέβαια, και κάποια παιδιά που μπορεί να αντιδράσουν στο γε­γονός ότι είναι υιοθετημένα. Αυτό συμβαίνει:

  • Όταν δεν είναι ευτυχισμένα, όταν αισθάνονται ότι οι γονείς τους δεν τα καταλαβαίνουν και ερμηνεύουν τη στάση τους ως απόρριψη. Τότε, εξωραΐζοντας και μυθοποιώντας την άγνωστη βιολογική μητέρα, ξαναπλάθουν για τον εαυτό τους το θλιβερό μύθο του μικρού πρίγκιπα και της μικρής πριγκί­πισσας που τους απήγαγαν από την καλή τους μαμά, για να τους ρίξουν στα δίχτυα μιας άστοργης μητριάς…
  • Όταν μάθουν από άτομα ξένα στην οικογένεια -συμ­μαθητές, γείτονες ή κάποιους άλλους- την αληθινή ιστορία τους, που τους την έκρυβαν όμως οι… δήθεν γονείς τους. Τότε αισθάνονται -και δικαίως- ότι η μεταξύ τους σχέση χτίστηκε πάνω σε ένα ψέμα (και όπως είναι γνωστό, τα ψέματα δηλητηριάζουν τις σχέσεις…).
  • Όταν, φτάνοντας στην εφηβεία, καταρρίπτουν την ω­ραιοποιημένη εικόνα των γονιών που είχαν κατασκευάσει -όπως κάνουν εξάλλου τα περισσότερα παιδιά- και αναζη­τούν, τόσο στα όνειρα όσο και στην πραγματικότητα, την εξιδανικευμένη σχέση που πιστεύουν ότι θα δημιουργούσαν με τους άλλους γονείς. Επειδή κάθε άνθρωπος έχει το δι­καίωμα να γνωρίζει τις ρίζες του, οι θετοί γονείς δεν μπο­ρούν να αγνοήσουν αυτή την επιθυμία του παιδιού τους, ακό­μα κι όταν εκφράζεται μέσα από θυμό και επιθετικότητα, με σκοπό περισσότερο να τους πληγώσει παρά να τους α­ποβάλει από τη ζωή του.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις παιδιών που επιθυμούν να πληροφορηθούν για τις βιολογικές τους ρίζες, όχι μέσα α­πό μια προσωρινή απόρριψη των γονιών τους, αλλά μέσα α­πό το ευνόητο δικαίωμα που έχουν να γνωρίζουν τα ίδια τα μυστικά που συνοδεύουν την ιστορία τους. Μπορεί, λόγου χά­ρη, να αναρωτιούνται τι είναι και πώς είναι αυτοί οι βιολο­γικοί γονείς, αν υπάρχουν ή αν πέθαναν και, ακόμα, αν έχουν κάνει άλλα παιδιά – κάτι που σημαίνει ότι… έχουν αδέλφια.

Σε αυτή την περίπτωση όμως, οι θετοί γονείς κινδυνεύουν να χάσουν την εμπιστοσύνη των παιδιών τους αν εισπράξουν αυτή την αναζήτηση για τις βιολογικές τους ρίζες σαν μια εχθρότητα στραμμένη εναντίον τους ή σαν μια ένδειξη α­πογοήτευσης για τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι λειτούρ­γησαν ως γονείς. Μια τέτοια στάση, που έχει επίκεντρο τον εαυτό τους, αποκαλύπτει ένα ριζωμένο στον ψυχισμό τους εγωκεντρισμό. Όταν, αντιθέτως, υπόσχονται στα παιδιά τους ότι θα τα βοηθήσουν σε αυτήν τους την αναζήτηση -έ­τοιμοι να τα συνοδεύσουν και μαζί τους να γυρίσουν το χρό­νο πίσω στην ώρα και στο χώρο της πρώτης τους συνά­ντησης- τότε μπορούν να είναι σίγουροι ότι δεν πρόκειται να χάσουν την εμπιστοσύνη των παιδιών τους. Άλλωστε οι βιολογικές ρίζες έχουν πολύ λίγη δύναμη μπροστά στις ρί­ζες που δημιουργούν, μέρα με τη μέρα, η φροντίδα και η α­γάπη. Μόνος όρος, στο ξεκίνημα της έρευνας για το κρυμ­μένο παρελθόν, είναι τα παιδιά να έχουν κλείσει τα δεκαο­κτώ τους χρόνια, ηλικία κατά την οποία πιο εύκολα θα έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στα επίσημα έγγραφα που σχε­τίζονται με την υιοθεσία. Συνήθως τότε, σε αυτή τη μετεφηβική ηλικία, την τόσο γεμάτη ανησυχίες και όνειρα, τα νέα άτομα θεωρούν λιγότερο ελκυστικό το ταξίδι προς τις χαμένες ρίζες από την επένδυση στις υποσχέσεις του μέλ­λοντος[Νίλσεν, Μ. (2002). Η Τέχνη να είσαι Γονιός (3η έκδ). Αθήνα. Καστανιώτης].

Ένας σοφός Κινέζος έγραψε κάποτε ότι, για να είσαι ά­ξιος να λέγεσαι ΑΝΘΡΩΠΟΣ, πρέπει να φυτέψεις ένα δέντρο, να γράψεις ένα βιβλίο και να μεγαλώσεις ένα παιδί. Το δέντρο μπορεί να είναι ψηλό σαν το κυπαρίσσι ή μικρό σαν μπονζάιτο βιβλίο μπορεί να έχει χίλιες σελίδες ή να χωράει σε μια φράση ή σ’ ένα τετράστιχο. Όσο για το τελευταίο, ο σοφός Κινέζος δεν είπε να κάνεις ένα παιδί – γι’ αυτή την πράξη δεν χρειάζεται ιδιαίτερη τέχνη. Χρειάζεται όμως για να το μεγαλώσεις.

Βιβλιογραφία:

  • Νίλσεν, Μ. (2002). Η Τέχνη να είσαι Γονιός (3η έκδ). Αθήνα. Καστανιώτης.