Δεν διαβάζει γιατί είναι ερωτευμένος/η. Τι μπορούμε να κάνουμε; (α΄ μέρος)

Published by mbroumou on

Σε μια πρόσφατη συζήτηση που είχα με μια καθηγήτρια μαθηματικών, η οποία υπηρέτησε στην εκπαίδευση για 15 περίπου χρόνια, διηγείται:  «Ένας μαθητής μου στην Γ’ Λυκείου, ο οποίος ήταν καλός μαθητής, συνεπής, αλλά και καλό παιδί πάνω απ’ όλα, σταμάτησε να διαβάζει περίπου δύο μήνες πριν τις πανελλήνιες εξετάσεις. Επάνω στη συζήτηση, μου εκμυστηρεύτηκε πως ήταν ερωτευμένος και δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί!».

Τα ερωτήματα που δημιουργούνται διαβάζοντας την παραπάνω περιγραφή είναι πολλά: Πώς λοιπόν μπορούν να αντιμετωπίσουν οι γονείς ένα τέτοιο φαινόμενο; Ειδικά σε σημαντικές τάξεις είναι απαραίτητο να μην δημιουργούνται κενά. Τι μπορούν να κάνουν έτσι ώστε ναι μεν να έχουν προσωπική ζωή οι έφηβοι, αλλά να είναι και συγκεντρωμένοι στον στόχο τους;

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η εφηβεία είναι μια μεταβατική φάση ζωής για τον έφηβο, μια φάση αλλαγής, η, διαφορετικά, μια αναπτυξιακή κρίση. Είναι το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή.

Η θεωρία του Erikson περιγράφει οκτώ ψυχοκοινωνικά στάδια του εξελικτικού κύκλου του ανθρώπου, από τη βρεφική ηλικία ως την ώριμη και γεροντική ηλικία.  Στην περίοδο της εφηβείας (12ο-20ό έτος), ο έφηβος καλείται να αντιμετωπίσει την αναπτυξιακή κρίση της ταυτότητας έναντι της διάχυσης/ σύγχυσης ρόλων. Η πρόκληση εστιάζεται στην απόκτηση μιας σταθερής αίσθησης προσωπικής ταυτότητας, όπου ο έφηβος επιδιώκει να αποκτήσει μια εικόνα για τον εαυτό του ως πρόσωπο, με εσωτερική ενότητα και διαχρονική σταθερότητα και προσπαθεί να απαντήσει σε θεμελιώδη ερωτήματα όπως «Ποιος είμαι;», «Που πηγαίνω» ή «Τι είναι σημαντικό για μένα στη ζωή;». Αν ο έφηβος κατορθώσει να συνενώσει, σε ένα ενιαίο όλο, όλες τις προηγούμενες εμπειρίες του και να δώσει την προοπτική της συνέχειας από το παρελθόν στην προετοιμασία για το μέλλον, θα αποκτήσει μία ικανοποιη­τική ταυτότητα, μια σαφή εικόνα του ποιος είναι, από πού προήλθε και πού κατευθύνεται. Αν όμως ο έφηβος, είτε λόγω κακών συγκυριών κατά τα προη­γούμενα στάδια είτε λόγω δυσχερών κοινωνικών συνθηκών, δεν κατορθώσει να διαμορφώσει μια σαφή εικόνα του Εγώ, καταλαμβάνεται από σύγχυση ρόλων και κρίση της ταυτότητας, γιατί έτσι δεν γνωρίζει ποιος είναι, από πού προήλθε και πού κατευθύνεται. Ιδιαίτερα η έννοια για την κρίση ταυτότητας κατά την εφηβική ηλικία έχει αποτελέσει σημαντική συμβολή στην ερμηνεία της προβληματικής συμπεριφοράς του εφήβου.

Οι βιοσωματικές και συναισθηματικές αλλαγές που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της εφηβείας, συνθέτουν μια αναπτυξιακή περίοδο σημαντική και δύσκολη τόσο για τους εφήβους όσο και για τους γονείς τους. Οι έφηβοι εμφανίζουν δύσκολες και ασταθείς συμπεριφορές, εκρήξεις θυμού και δυσχέρεια στην επικοινωνία τους με τους γονείς. Σε αυτή τη φάση, πραγματοποιείται η σεξουαλική τους αφύπνιση (ανάδυση), ενώ τα συναισθήματα που βιώνουν είναι έντονα και δυσκολεύονται να τα διαχειριστούν. Στην εφηβεία, οι γονείς νιώθουν αδύναμοι και αμήχανοι όταν μαθαίνουν για τις ερωτικές/ συντροφικές σχέσεις των εφήβων τους ή για το γεγονός ότι οι έφηβοι είναι ερωτευμένοι.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς:

  • Είναι πολύ σημαντικό οι γονείς να μην ταυτίζουν τα θέματα σχέσεων του παιδιού με θέματα σπουδών και να μην βάζουν σε τόσο ευαίσθητες ηλικίες και φάσεις ζωής αδιέξοδα τύπου: «Αν δεν χωρίσετε, θα σε σταματήσω από τα φροντιστήρια». Πιθανόν, όλο αυτό που συμβαίνει στην εφηβεία να είναι λειτουργικό και αποτελεσματικό για έναν έφηβο και κάτι να του δίνει. Η απομυθοποίηση είναι αυτή που θα βοηθήσει τον έφηβο να κατανοήσει ότι είναι φυσιολογικό να νιώθει έντονα συναισθήματα σε αυτή την ηλικία. Όταν αποφασίσει εκείνος μπορεί να αλλάξει τη στάση του. Όταν αρχίζει να τον δυσκολεύει αυτή η συμπεριφορά μπορούμε να το δούμε. Όταν αρχίζει να γίνεται δυσλειτουργική μπορεί να το δει και να το αλλάξει.
  • Θα βοηθήσει οι γονείς να δείξουν εμπιστοσύνη στο παιδί τους. Μπορούν να του πουν: «Εγώ σε εμπιστεύομαι και εμπιστεύομαι την κρίση σου και τον τρόπο που έχεις επιλέξει να διαχειριστείς το θέμα της σχέσης σου. Πάρε το χρόνο σου για να το σκεφτείς». Ξέρουμε ότι η εμπιστοσύνη ενθαρρύνει και χαρίζει αυτοεκτίμηση, καλλιεργεί εσωτερικά κίνητρα και αισιοδοξία. Η εμπιστοσύνη είναι όμως και ευθύνη. Σε εμπιστεύομαι σημαίνει σε θεωρώ υπεύθυνο. Και εσύ, ως αποδέκτης της εμπιστοσύνης που σου απευθύνω, αναλαμβάνεις πολύ σοβαρά τον ρόλο της εκπλήρωσης μιας άρρητης προσδοκίας. Όταν ο γονιός εμπιστεύεται το παιδί του, το μαθαίνει ότι οι άνθρωποι είναι καλοί, ο κόσμος είναι ασφαλής, ότι μπορεί να αλλάξει ό,τι δεν του αρέσει αν προσπαθήσει, του μαθαίνει να μη φοβάται και να μπορεί να έχει τον έλεγχο της ζωής του. Για να εμπιστευτείς τον άλλο, χρειάζεται να εμπιστεύεσαι καταρχήν τον εαυτό σου. Η εμπιστοσύνη είναι ένα δώρο που χαρίζεται με ανοιχτή την καρδιά, με ειλικρίνεια και γενναιοδωρία (Παππά, 2013, 2016α, 2016β).
  • Συμβαίνει συχνά, όταν οι γονείς συνειδητοποιούν ότι δεν έχουν τον πρώτο ρόλο στην καρδιά των εφήβων τους, να νιώθουν απογοήτευση. Είναι πιθανόν τότε να πραγματοποιείται η συναισθηματική αποκοπή από τα παιδιά τους και αυτό να τους δημιουργεί άγχος και πανικό. Η έναρξη του ενδιαφέροντος ενός εφήβου για συντροφικές/ ερωτικές σχέσεις σηματοδοτεί τον τελικό αποχωρισμό από τους γονείς του.
  • Ο έφηβος μέσα από τις συντροφικές/ ερωτικές σχέσεις ωριμάζει σεξουαλικά και γίνεται σεξουαλικά ενεργός, ενώ οι γονείς σεξουαλικά περιττοί. Οι γονείς αλλάζουν βαθμίδα και νιώθουν έντονη απώλεια σε αυτή τη φάση που τα παιδιά τους διανύουν την εφηβική τους ηλικία. Ο γονιός βιώνει την απώλεια της δικής του νεότητας (Hayman, 2016).
  • Οι γονείς καλό θα είναι να σέβονται την ιδιωτικότητα του εφήβου σε θέματα συντροφικών/ ερωτικών σχέσεων και να μην γίνονται ελεγκτικοί και παρεμβατικοί, καθώς κάτι τέτοιο απομακρύνει και δεν φέρνει πιο κοντά τους εφήβους. Ο ρόλος των γονέων είναι να βρίσκονται «δίπλα και όχι πάνω από τον έφηβο», να παραμένουν διαθέσιμοι όταν ο έφηβος θέλει να μιλήσει για την προσωπική του ζωή, χωρίς κριτική και κηρύγματα όταν θα επιλέξει να τους μιλήσει για όσα τον απασχολούν.
  • Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην επικοινωνία μεταξύ γονέων και εφήβων. Μια μορφή επικοινωνίας όμως που θα είναι αμφίδρομη, δηλαδή να ακούμε τόσο όσο μιλάμε και να ακολουθούμε τους κανόνες της καλής επικοινωνίας, οι οποίοι είναι: Η προσεκτι­κή ενεργητική και αντανακλαστική ακρόαση, ο διάλογος, η διαπραγματευτι­κή ικανότητα, η παράθεση επιχειρημάτων, αλλά και ο συμβιβασμός οδηγούν στην αποδοτική ανταπόκριση στα αιτήματα των εφήβων (Hayman, 2016. Μπρούμου, 2014α, 2014β, 2015).
  • Τέλος, οι γονείς μπορούν να προσεγγίσουν τους εφήβους, καθώς υπήρξαν έφηβοι και οι ίδιοι παλαιότερα. Οι σημερινοί έφηβοι μοιάζουν, αλλά και διαφέρουν από τους εφήβους του χθες. Θα ήταν πολύ ωφέλιμο για τους ίδιους και για τους εφήβους αν ανέτρεχαν στο παρελθόν και χρησιμοποιούσαν όλη τη λεπτομερή ανασκόπηση για να μάθουν τον έφηβο τους τώρα. Οι γονείς είναι οι ειδικοί για το δικό τους παιδί/ τα δικά τους παιδιά, αλλά είναι γεγονός ότι ως γονείς είμαστε υπερβολικά κοντά για να συνειδητοποιήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει, γιατί συμβαίνει και τι μπορούμε να κάνουμε για να προχωρήσουμε σε μερικές χρήσιμες αλλαγές. Η βασικότερη από τις αλλαγές που χρειάζεται να κάνουν ο γονείς στην εφηβεία είναι να συνειδητοποιήσουν ότι: Με ένα παιδί ο γονιός είναι καθοδηγητικός και προστατευτικός και το κέντρο τους κόσμου του. Με έναν έφηβο πρέπει να διαφοροποιήσουν τη στάση τους και να μάθουν να παίρνουν δεύτερη θέση σε σχέση με τους φίλους του και να αποσύρονται από τα συμβουλευτικά τους καθήκοντα.

Σύμφωνα με την Παππά (ό. α. στο Hayman, 2016): «Η εφηβεία είναι πρόκληση, αποτελεί ευκαιρία για αυτοβελτίωση και προσωπι­κή εξέλιξη και δεν είναι ασθένεια. Καταρχήν, οι γονείς χρειάζονται ενημέρωση. Να γνωρίσουν σε τι συνίσταται η εφηβεία, δηλαδή πώς εκδηλώνεται και ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της. Στη συνέχεια, χρειάζεται να συντονιστούν με την εποχή τους, με τα σύγχρονα δεδομένα που προσδιορίζουν τη ζωή των εφή­βων, να γνωρίσουν τα χαρακτηριστικά της δικής τους ιδιαίτερης κουλτούρας. Να μάθουν να ακούν, για να βοηθήσουν τους εφήβους και τους εαυτούς τους. Χρειάζεται να διαφοροποιηθούν, να αλλάξουν κι οι ίδιοι, ώστε να προσαρμο­στούν στα νέα δεδομένα. Γιατί όταν οι γονείς καταφέρουν να βοηθήσουν τους εφήβους ν’ ανοίξουν τα φτερά τους, θα μπορέσουν να πετάξουν και οι ίδιοι με σιγουριά και ασφάλεια και με την ικανοποίηση ότι τα κατάφεραν».

Βιβλιογραφικές παραπομπές

  • Hayman, S. (2016). Μεγαλώνοντας χαρούμενους εφήβους (μτφρ.-επιστ. επιμ.: Β. Παππά). Αθήνα: Βήτα.
  • Μπρούμου, Μ. (2014α). Αλλαγές στη Μορφή της Οικογένειας και Ψυχική Υγεία Παιδιών και Εφήβων. Αθήνα: Bookstars.
  • Μπρούμου, Μ. (2014β). Η Ψυχολογία της Γονεϊκότητας. Αθήνα: Bookstars.
  • Μπρούμου, Μ. (2015). Θέματα Οικογενειακής Ψυχολογίας: Εγχειρίδιο για γονείς. Αθήνα: Bookstars.
  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων. Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
  • Παππά, Β. (2016α). Γονείς σε κρίση. Η διαχείριση της απώλειας και της αλλαγής. Αθήνα: Οκτώ.
  • Παππά, Β. (2016β). Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα Γονικής Ταυτότητας (EPPI). Αθήνα.

www. efiveia.gr